Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2022

Μαρμαροτεχνία-Μαρμαρογλυπτική: Από τη Νεολιθική έως τη Βυζαντινή εποχή

Μαρμαροτεχνία-Μαρμαρογλυπτική: Από τη Νεολιθική έως τη Βυζαντινή εποχή

Το μάρμαρο κατέχει ιδιαίτερη θέση στην τέχνη και την αρχιτεκτονική της Ελλάδας, από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα.
Στα αρχαία ελληνικά ο όρος μάρμαρος λίθος χρησιμοποιόταν για να δηλώσει τον λαμπερό λίθο, αυτόν που οι αρχαίοι Έλληνες περιέγραφαν με τη φράση «πας λίθος εμπεριέχων απαστράπτοντας κρυστάλλους». Το μάρμαρο, με γεωλογικούς όρους, είναι πέτρωμα που έχει δημιουργηθεί από τη μεταμόρφωση ασβεστόλιθων ή δολομιτών, που έχουν αποκρυσταλλωθεί με γεωλογικές διεργασίες.

Ο ασβεστόλιθος είναι ιζηματογενές πέτρωμα με βασικό συστατικό τον ασβεστίτη, ενώ ο δολομίτης είναι ανθρακικό ορυκτό του ασβεστίου και του μαγνησίου. Το μάρμαρο είναι ένα υλικό ακριβό, βαρύ και με σκληρότητα 3 ως 4 της σκληρομετρικής κλίμακας Mohs. Εκτός από την ανθεκτικότητα και τη σκληρότητά του, επιλέγεται και για την αισθητική του αξία, καθώς παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Τα μάρμαρα διακρίνονται σε μονόχρωμα και πολύχρωμα και ενδεικτικά απαριθμούνται παρακάτω ορισμένα από τα γνωστότερα του ελλαδικού χώρου.

 


1. Λυχνίτης Πάρου
2. Μάρμαρα Θάσου
3. Τεφρόμαυρο Λέσβου
4. Πεντελικό μάρμαρο
5. Κυανότεφρο Υμηττού
6. Λευκό Μάρμαρο Φιλίππων Καβάλας
7. Λευκό/κυανότεφρο Δολιανών Αρκαδίας
8. Τεφρόμαυρο Αγίου Πέτρου Αρκαδίας
9. Λευκό/κυανότεφρο Μαγνησίας
10. Ερυθρό μάρμαρο Μάνης
11. Γκριζόμαυρο Ταινάρου
12. Ερυθρό Ερέτριας
13. Μάρμαρα Σκύρου
14. Λευκό μάρμαρο Τρανοβάλτου
15. Λευκό μάρμαρο Καστανιάς Βεροίας
16. Καρυστία Λίθος
17. Πράσινο μάρμαρο Θεσσαλίας
18. Πράσινο μάρμαρο Τήνου
19. Πράσινο μάρμαρο Φυτιάς Βεροίας
20. Κροκεάτης Λίθος
21. Ερυθρό μάρμαρο Χίου
22. Μαύρο μάρμαρο Χίου

Στο σημείο αυτό, αξίζει να γίνει μία μνεία στο διάσημο Παριανό μάρμαρο με την ονομασία λυχνίτης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή, μεταξύ άλλων, της Αφροδίτης της Μήλου και του Ερμή του Πραξιτέλους. Πήρε την ονομασία του από τα λυχνάρια που χρησιμοποιούσαν οι εργάτες που κατέβαιναν σε βαθιές στοές σκαμμένες στην πλευρά του βράχου για να το εξορύξουν.

eidolia neolithika
Νεολιθική Εποχή
Κατά τη Νεολιθική εποχή φαίνεται να ξεκινάει η εξόρυξη και κατεργασία μαρμάρου στον ελλαδικό χώρο. Στον χώρο του Αιγαίου εντοπίζονται τα πρώτα ειδώλια, τα περισσότερα από τα οποία ήταν πήλινα, απεικόνιζαν σχηματοποιημένες, συμβολικές μορφές ή εικονιστικές μορφές, σε οκλάζουσα ή όρθια στάση. Παρόλα αυτά έχουν σωθεί και μερικά εξαίρετα παραδείγματα μαρμάρινων ειδωλίων. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η «Κυρία του Σαλιάγκου», από τον ομώνυμο οικισμό (5000 π.Χ.), ένα μαρμάρινο ειδώλιο καθιστής γυναικείας μορφής που θεωρείται ότι είναι το αρχαιότερο κυκλαδικό γλυπτό. Η πλειονότητα των ειδωλίων είναι γυναικεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκλείπουν οι ανδρικές μορφές. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ειδωλίου ανδρικής μορφής είναι ένα πρώιμο νεολιθικό ειδώλιο, κατασκευασμένο από λειασμένο λευκό μάρμαρο που βρέθηκε στην Κρήτη και χρονολογείται στο 6500-5800 π.Χ. περίπου.

eidolia chalkou
Εποχή του Χαλκού
Μαρμάρινα Ειδώλια
Κατά την πρώιμη εποχή του Χαλκού κατασκευάζονταν μαρμάρινα ειδώλια στην Κρήτη, την Ηπειρωτική Ελλάδα, και κυρίως στις Κυκλάδες, όπου υπήρχε λίγος πηλός ενώ το μάρμαρο βρισκόταν σε αφθονία. Όπως συνέβαινε και στην Νεολιθική περίοδο, τα περισσότερα μαρμάρινα ειδώλια είναι γυναικεία και ενδέχεται να απεικονίζουν θεές. Τα κυκλαδικά ειδώλια της εποχής του Χαλκού παρουσιάζουν έντονες τυπολογικές και μορφολογικές διαφορές με αυτά της προηγούμενης περιόδου. Μεγάλος αριθμός τέτοιων ειδωλίων έχει βρεθεί σε τάφους, γεγονός που υποδηλώνει τη χρήση τους ως κτερίσματα. Στην αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία συναντάμε τα ουσάμπτι, μικρά ταφικά αγαλματίδια που είχαν σκοπό να λειτουργήσουν ως υπηρέτες του νεκρού. Τα ειδώλια του αρπιστή, του αυλητή και της όρθιας γυναικείας μορφής με τα χέρια διπλωμένα κάτω από το στήθος είναι μερικά μόνο από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της κυκλαδικής γλυπτικής της περιόδου.

eidolia dimiourgia
Η τεχνολογία της κατασκευής των κυκλαδικών ειδωλίων
Όσον αφορά την τεχνολογία της κατασκευής των μαρμάρινων ειδωλίων, αξίζει να αναφέρουμε ότι τα μέσα που χρησιμοποιούσαν ήταν ελάχιστα και απλοϊκά, η φύση της διαδικασίας όμως απαιτούσε σταθερότητα, επιμονή και ακρίβεια. Τα κυκλαδικά ειδώλια, των οποίων το ύψος κυμαινόταν από 20-30 εκ. συνηθέστερα μέχρι 1,50 μ. σπανιότερα, κατασκευάζονταν από μία πλάκα μαρμάρου, την οποία επεξεργάζονταν με κάποιο λειαντικό εργαλείο για να λαξεύσουν τη μορφή και να χαράξουν πάνω τις λεπτομέρειες. Για τη χάραξη, κοπή και λείανση του μαρμάρου χρησιμοποιούσαν την ναξιακή σμύριδα, ένα υλικό βαρύ και με εξαιρετικά μεγάλη σκληρότητα. Τα εργαλεία τους δεν έμοιαζαν με αυτά ενός σύγχρονου γλύπτη, χρησιμοποιούσαν απλώς ένα αιχμηρό κομμάτι σμύριδας, ενώ έχει υποστηριχθεί ότι πολλά ειδώλια έχουν σχεδιαστεί με τη βοήθεια διαβήτη ή κανόνα. Το πρώτο στάδιο αφορούσε τη χάραξη του περιγράμματος του ειδωλίου πάνω στην πλάκα μαρμάρου. Το μάρμαρο είναι πέτρωμα σχιστολιθικό, συνεπώς ο τεχνίτης έπρεπε να λάβει υπόψη του τα νερά, δηλαδή τις στρώσεις του μαρμάρου και να τις αξιοποιήσει ως κατευθυντήριες γραμμές για την χάραξη. Σειρά είχε η κρούση και κοπή του ειδωλίου, έτσι ώστε το ειδώλιο να λάβει μία πρώτη χονδρική μορφή και αφού συνέβαινε αυτό, ακολουθούσε η λείανση του ειδωλίου με σμύριδα. Καθώς η σμύριδα είναι ένα υλικό με πόρους, οι οποίοι γεμίζουν με θρύμματα μαρμάρου ο τεχνίτης έπρεπε να βουτάει την σμύριδα στο νερό, ώστε να φεύγουν τα θρύμματα, που θα επηρέαζαν τη λειαντική ικανότητα του εργαλείου. Το τελευταίο στάδιο είναι η χάραξη των λεπτομερειών, κατά την οποία ο τεχνίτης τραβάει μία γραμμή που θα λειτουργήσει ως άξονας συμμετρίας και έπειτα αφαιρεί σταδιακά το μάρμαρο, τρίβοντας το με σμύριδα και δημιουργεί τα χαρακτηριστικά του ειδωλίου. Ορισμένα ειδώλια διακοσμούνταν, στη συνέχεια, με χρωματιστά σύμβολα.
Λίθινα Αγγεία
Το μάρμαρο εκτός από την κατασκευή ειδωλίων, χρησιμοποιόταν επίσης για την κατασκευή αγγείων. Τα πρώτα λίθινα αγγεία ήταν κατασκευασμένα από μαλακούς λίθους, αλλά μετά την εφεύρεση του τρυπάνου, άρχισε να χρησιμοποιείται και το μάρμαρο. Για τη δημιουργία του κοίλου μέρους του αγγείου χρησιμοποιούσαν τη σμίλη ή τον τρύπανο, ένα εργαλείο κατασκευασμένο από ένα καλάμι με το οποίο περιέστρεφαν κάποιο λειαντικό υλικό (σμύριδα ή άμμο). Ένα εξαιρετικό παράδειγμα μαρμάρινης φιάλης με πυρήνα κόκκινου χρώματος και τριπτήρα από οψιανό που χρονολογείται γύρω στο 3200-2800 π.Χ. εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
Αρχαϊκή Εποχή
Περί τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ξεκινά η συστηματική εκμετάλλευση και χρήση μαρμάρου, εισάγονται νέα εργαλεία και νέες τεχνικές. Στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική προτιμώνται τα λευκά μάρμαρα, τα οποία επιζωγραφίζονται, ενώ τα έγχρωμα μάρμαρα θα αρχίσουν να χρησιμοποιούνται κυρίως κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Σημαντικότερη πηγή εξόρυξης μαρμάρου είναι η Νάξος, όπου και λειτούργησαν τα πρώτα εργαστήρια γλυπτικής. Στην Αττική και την Πάρο, τα πρώτα εργαστήρια γλυπτικής διαμορφώνονται περί το 600 π.Χ.
Το μάρμαρο στην Αρχιτεκτονική
Κατά τα προϊστορικά χρόνια, η χρήση μαρμάρου στην αρχιτεκτονική ήταν πολύ περιορισμένη και προτιμούνταν συχνότερα είδη λίθων όπως ο σχιστόλιθος, ο ψαμμίτης, ο ασβεστόλιθος, καθώς επίσης και η οπτή γη, το ξύλο και η πλίνθος. Ένα παράδειγμα από αυτήν την εποχή, είναι ο θολωτός τάφος του Ατρέα (1350-1250 π.Χ.), η πρόσοψη του οποίου είναι διακοσμημένη με ερυθρό μάρμαρο. Στα αρχαϊκά χρόνια, η χρήση του μαρμάρου ως κύριου δομικού υλικού εντατικοποιείται στα τέλη του 7ου-αρχές 6ου αι. π.Χ. Τον 5ο αι. π.Χ., κατά τη διάρκεια του Χρυσού Αιώνα του Περικλή, η χρήση μαρμάρου στην αρχιτεκτονική γενικεύεται και φτάνει σε νέα επίπεδα. Το πεντελικό και το υμήττειο μάρμαρο κυριαρχούν, ενώ δεν παύουν να χρησιμοποιούνται παράλληλα και άλλα είδη μαρμάρου, όπως το παριανό, το ναξιακό, κ.ά.

latomisi
Η λατόμηση του μαρμάρου
Τα αρχαία λατομεία διακρίνονταν σε επιφανειακά και υπόγεια. Ένα παράδειγμα υπόγειου λατομείου ήταν αυτό της Πάρου. Όπου υπήρχε η δυνατότητα, κατασκεύαζαν παράκτια λατομεία, έτσι ώστε να διευκολύνεται η μεταφορά μαρμάρου δια θαλάσσης, που είχε μικρότερο κόστος. Η μελέτη των λατομείων, από αρχαιολογική σκοπιά, είναι ιδιαίτερα δύσκολη καθώς πρόκειται για χώρους σε συνεχή χρήση. Για τη λατόμηση του μαρμάρου, οι τεχνίτες χάραζαν κατακόρυφες και οριζόντιες αυλακιές με πριόνι και έπειτα άνοιγαν υποδοχές για σφήνες από σίδερο. Αξίζει να αναφερθεί πως για την εξόρυξη άλλων, μαλακότερων λίθων συχνά χρησιμοποιούσαν σφήνες από ξερό ξύλο, το οποίο αφού είχε μουλιαστεί σε νερό προηγουμένως, διογκωνόταν και βοηθούσε στην απόσπαση του λίθινου όγκου από τον βράχο. Μετά την εξόρυξη του όγκου, ακολουθούσε η πρώτη λάξευση ή «πελέκησις», ώστε να φύγει το περιττό βάρος και να γίνει ευκολότερη η μεταφορά. Σειρά είχε η λιθαγωγία, η μεταφορά, δηλαδή, των τεμαχίων μαρμάρου από το λατομείο στο εργαστήριο, που γινόταν συνήθως με εσχάρες, φορεία και τετράτροχες άμαξες. Η όλη διαδικασία απαιτούσε συντονισμό, οργάνωση και ακρίβεια, έτσι ώστε αφενός να μην κινδυνεύσει να γλιστρήσει και να τραυματιστεί το μάρμαρο, το οποίο ήταν ακριβό υλικό και αφετέρου, να μην δημιουργείται συνωστισμός με τις άμαξες. Για παράδειγμα, στο εργοτάξιο της Ακρόπολης, αλλά και σε κάθε άλλο μεγάλο έργο, υπήρχαν αυστηρά προγράμματα μετακίνησης των υλικών, ώστε αυτά να φτάνουν λίγο πριν τη στιγμή που έπρεπε να χρησιμοποιούν για να μην δημιουργείται χάος. Όταν έφταναν οι άμαξες στην Ακρόπολη, για να ανέβουν στον βράχο χρησιμοποιούσαν ένα κεκλιμένο επίπεδο μήκους 100 μ. περίπου και εφάρμοζαν τη μέθοδο των αντιστάθμων αμαξών. Όταν μια άμαξα έφθανε στην αρχή αυτού του επιπέδου, μια άλλη, άδεια, την περίμενε στην κορυφή. Οι δύο άμαξες συνδέονταν μέσω ενός σκοινιού που περνούσε από μία τροχαλία, και όταν τα ζώα τραβούσαν την άδεια άμαξα προς τα κάτω, η ανάβαση της φορτωμένης άμαξας γινόταν γρηγορότερα και ευκολότερα. Για την ανέλκυση των μαρμάρων, χρησιμοποιούσαν μηχανές όπως γερανούς, έλκυθρα, μοχλούς, κ.ά. Ένα από τα συστήματα ανάρτησης που χρησιμοποιούσαν ήταν το λεγόμενο «σύστημα του λύκου», όταν ήθελαν να σηκώσουν μεγάλους λίθους οριζοντίως. Στο κέντρο της άνω πλευράς του μαρμάρου σκάλιζαν μία ειδική οπή (τρύπα), που είχε σχήμα τραπεζίου και μία ή δύο κεκλιμένες πλευρές. Λύκος ονομαζόταν το μεταλλικό εξάρτημα που εφάρμοζε στην οπή και πήρε το όνομά του λόγω της ομοιότητάς του με το πτηνό καλιακούδα, το οποίο ο Αριστοτέλης ονομάζει λύκο. Στην οπή του λίθου εφάρμοζε ο λύκος και μετά έμπαινε μία μεταλλική ορθογωνική σφήνα, έτσι ώστε να «κλειδώσει» το εξάρτημα και να μην βγει από τον λίθο κατά την ανάρτηση. Ο λύκος είχε ύψος περίπου 15 εκ. και εξείχε από τον λίθο κατά 5 εκ. Το τμήμα που εξέχει αποτελείται από ένα άγκιστρο, από το οποίο, με την βοήθεια κρίκων και σκοινιού, γινόταν η ανάρτηση του λίθου με γερανό. Ένα άλλο σύστημα ανάρτησης που χρησιμοποιόταν ιδιαιτέρως στους σπονδύλους των κιόνων, ήταν αυτό της ανάρτησης με σχοινιά γύρω από αγκώνες. Για την ανύψωση χρησιμοποιούσαν σχοινιά και αλυσίδες, που δένονταν γύρω από τις αλάξευτες μικρές προεξοχές του αρχιτεκτονικού μέλους. Αυτές οι προεξοχές ονομάζονται «αγκώνες» και μετά την τοποθέτηση του λίθου στο σημείο που έπρεπε, σκαλίζονταν και αφαιρούνταν προσεκτικά από τους τεχνίτες, ώστε το αρχιτεκτονικό μέλος να πάρει την τελική του μορφή.
Το μάρμαρο στην γλυπτική
Ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. η ελληνική γλυπτική αποκτά χαρακτήρα μνημειακής τέχνης. Τα γλυπτά και τα αγάλματα, που χαρακτηρίζονται από επιβλητικό, φυσικό ή υπερφυσικό μέγεθος, έχουν ταφικό η αναθηματικό χαρακτήρα και εκφράζουν τις αξίες και τα ιδεώδη της εποχής. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα που κατατάσσεται στα πρωιμότερα δείγματα της ελληνικής μνημειακής πλαστικής είναι η Άρτεμη της Νικάνδρης από τη Δήλο που χρονολογείται γύρω στο 650-640 π.Χ. περίπου και είναι κατασκευασμένη από ναξιακό μάρμαρο. Τον 7ο αι. π.Χ. κάνουν την εμφάνισή τους οι τύποι του κούρου και της κόρης, αλλά και δευτερεύοντες τύποι όπως ο αναθέτης, ο ιππέας, η όρθια ντυμένη ανδρική μορφή, η ανακεκλιμένη ανδρική μορφή και η καθιστή γυναικεία ή ανδρική μορφή. Ο κούρος είναι αγαλματικός τύπος που εικονίζει γυμνό νέο άνδρα με χέρια τεντωμένα και κολλημένα στα πλευρά και το αριστερό σκέλος μπροστά, σε στάση βηματισμού. Έχει φυσικό ή υπερφυσικό μέγεθος (έως και 10 μ.) και αρχικά έχει μακριά μαλλιά που κοσμούνται με ταινία δεμένη με τον κόμβο του Ηρακλέους, το λεγόμενο Ηράκλειον άμμα. Η εμφάνιση των κούρων αυτήν την εποχή αποδεικνύεται και από τη μελέτη των αναλογιών τους, που κατέδειξε ότι ο αιγυπτιακός κανόνας που χρησιμοποίησαν οι Έλληνες γλύπτες είναι ο λεγόμενος σαϊτικός, που ανάγεται στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Ακολουθούν δύο αξιόλογα παραδείγματα κούρων.
Ο Κούρος του Σουνίου
Ένα από τα πρωιμότερα και πιο χαρακτηριστικά δείγματα μνημειακής αρχαϊκής γλυπτικής είναι ο υπερφυσικού μεγέθους Κούρος του Σουνίου, που φτάνει τα 3 μ. σε ύψος και χρονολογείται γύρω στο 600-590 π.Χ. Βρέθηκε στο Ιερό του Ποσειδώνα και είχε αναθηματική χρήση, δηλαδή λειτουργούσε ως προσφορά σε κάποιον θεό. Χαρακτηρίζεται από αυστηρή μετωπικότητα, έντονη σχηματοποίηση και διακοσμητικότητα, ενώ φαίνεται πως δεν έχει κατακτηθεί ακόμα η φυσιοκρατική απόδοση της ανθρώπινης μορφής. Οι ανατομικές λεπτομέρειες του κορμού αποδίδονται με αδρή χάραξη· οι κοιλιακοί μύες αποδίδονται ως γραμμές, τα αυτιά σε σχήμα έλικα που θυμίζει ιωνικό κιονόκρανο, κ.ά.
Αριστόδικος: ο Κούρος από τα Μεσόγεια
Μία εντελώς διαφορετική εικόνα παρατηρούμε σε έναν κούρο από τα Μεσόγεια, ο οποίος χρονολογείται γύρω στο 530 π.Χ. και εκπροσωπεί τον τύπου του κούρου πριν αυτός εγκαταλειφθεί οριστικά. Έχει ύψος 1,95 μ. και είναι κατασκευασμένος από παριανό μάρμαρο. Σε αντίθεση με τον κούρο του Σουνίου, είχε ταφική χρήση, λειτουργούσε δηλαδή ως σήμα στον τάφο κάποιου νέου που ονομαζόταν Αριστόδικος, όπως πληροφορούμαστε και από την επιγραφή στη βάση του. Οι ανατομικές λεπτομέρειες είναι αποδοσμένες φυσιοκρατικά και με πλαστικό τρόπο, όχι γραμμικό όπως συνέβαινε στον Κούρο του Σουνίου. Τα χέρια δεν είναι πλέον κολλημένα στα πλευρά, έχουν αποκολληθεί εντελώς από το σώμα, και συγκρατούνταν με μικρά μαρμάρινα στηρίγματα που προεξείχαν. Το φυσιοκρατικό πλάσιμο της μορφής μας αποκαλύπτει ότι οι γλύπτες μελετούσαν λεπτομερώς και είχαν πολύ καλή κατανόηση της δομής του ανθρώπινου σώματος.

kouroi kores
Κόρη Φρασίκλεια
Ομοίως, θα εξετάσουμε δύο παραδείγματα αρχαϊκών κορών, ξεκινώντας από το επιτύμβιο άγαλμα που βρέθηκε στα Μεσόγεια και χρονολογείται γύρω στο 550-540 π.Χ. Όπως μας μαρτυρά η επιγραφή στη βάση του, λειτουργούσε ως σήμα στον τάφο της Φρασίκλειας, μιας κοπέλας που πέθανε σε νεαρή ηλικία, πριν ακόμα προλάβει να νυμφευτεί. Είναι ενδεδυμένη με ποδήρη χειριδωτό χιτώνα ζωσμένο στη μέση, φοράει περιδέραιο, ενώτια, ψέλια, στεφάνι με άνθη λωτού και με το αριστερό της χέρι κρατάει άνθος λωτού. Παρατηρούμε και εδώ ότι και τα δύο της χέρια αν και δεν είναι εντελώς αποκολλημένα από το σώμα, χαρακτηρίζονται από κίνηση και ζωντάνια. Εκτός από την περίτεχνη κόμμωση και τον πλούσια διακοσμημένο χιτώνα αξίζει να παρατηρήσουμε δύο πολύ σημαντικά πράγματα στη Φρασίκλεια. Πρώτον, σώζονται ίχνη χρώματος στην επιφάνεια του αγάλματος και δεύτερον, στο βάθρο της σώζεται η υπογραφή του τεχνίτη. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα μαρμάρινα αγάλματα στην αρχαία Ελλάδα ήταν διακοσμημένα και χαρακτηρίζονταν από λαμπρή πολυχρωμία. Η υπογραφή του τεχνίτη που δηλώνει ότι ονομάζεται Αριστίων και κατάγεται από την Πάρο, καταδεικνύει την κινητικότητα μεταξύ των εργαστηρίων της αρχαϊκής πλαστικής και ότι για παράδειγμα ένας τεχνίτης από την Πάρο δεν ήταν απίθανο να εργάζεται σε ένα αττικό εργαστήριο.
Κόρη του Αντήνορος
Πρόκειται για το μόνο εξακριβωμένο έργο του Αντήνορα, ένα γλυπτό αναθηματικού χαρακτήρα, που χρονολογείται γύρω στο 530-520 π.Χ. Είναι δουλεμένη σε ενιαίο μάρμαρο (μονόλιθο) και φτάνει τα 2 μ. σε ύψος. Είναι ενδεδυμένη με ιμάτιο και χιτώνα με εντυπωσιακές πτυχώσεις, ενώ στο κεφάλι και τα αυτιά φέρει οπές για τη στερέωση πρόσθετων μεταλλικών κοσμημάτων. Οι οφθαλμοί ήταν ένθετοι από υαλόμαζα και στερεωμένοι σε μεταλλικό πλαίσιο.
Διακόσμηση των γλυπτών
Έχει ήδη αναφερθεί ότι κατά την αρχαϊκή εποχή είχαμε την εισαγωγή νέων τεχνικών και εργαλείων. Μερικά από τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο τεχνίτης για να κατεργαστεί το μάρμαρο και να πλάσει τη μορφή που ήθελε, ήταν το βελόνι, το καλέμι, η σμίλη (επίπεδη ή οδοντωτή) και οι λίμες. Μετά τη λάξευση του αγάλματος, ο γλύπτης χρησιμοποιούσε το βελόνι σε συνδυασμό με διαβήτη ώστε να χαράξει με ακρίβεια τα διακοσμητικά μοτίβα στο σώμα, τα ενδύματα και την κόμμωση του αγάλματος. Στη συνέχεια, ακολουθούσε η «γάνωση» του αγάλματος, μία τεχνική κατά την οποία με ένα πινέλο επάλειφαν το άγαλμα με ένα μείγμα ζεστού λαδιού και κεριού. Όταν το μείγμα στερεοποιόταν στην επιφάνεια του αγάλματος, τότε αυτό ξαναζεσταινόταν, έτσι ώστε να διεισδύσει στους πόρους του μαρμάρου και να απλωθεί ομοιόμορφα. Έπειτα, το μάρμαρο σκουπιζόταν με κερόσχοινο και καθαρό λινό ύφασμα, αποκτώντας έτσι μια λαμπερή επιφάνεια που διέθετε, επίσης, προστατευτική επίστρωση. Οι κύριες χρωστικές ουσίες που χρησιμοποιούνταν ήταν ορυκτά, με κυριότερα την κόκκινη και κίτρινη ώχρα, τον αζουρίτη, την κιννάβαρι, τον αιματίτη, που ήταν σε μορφή σκόνης. Ως συνδετικό υλικό επέλεγαν τον κρόκο αυγού ή το κερί. Η τεχνική της χρήσης θερμασμένου κεριού ανακατεμένου με χρωστικές ονομάζεται εγκαυστική και το θερμασμένο κερί απλωνόταν πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια με τη βοήθεια ενός ειδικού εργαλείου που ονομαζόταν «κέστρο».
Κλασική Εποχή
Εισερχόμενοι στην κλασική εποχή που καλύπτει τον 5ο και τον 4ο αι. π.Χ., τρία είναι τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν στην πλαστική: ο αυστηρός ρυθμός, ο πλούσιος ρυθμός και τα ταφικά ή αναθηματικά ανάγλυφα. Στην αρχιτεκτονική δεν αλλάζουν πολλά σχετικά με τη χρήση του μαρμάρου, το οποίο εξακολουθεί να κατέχει πρωταρχικό ρόλο στη δημόσια αρχιτεκτονική. Κατά τον 5ο αι. π.Χ. υλοποιούνται εκτεταμένα οικοδομικά προγράμματα, ενώ η ανοικοδόμηση νέων κτιρίων κατά τον 4ο αι π.Χ. είναι σχετικά περιορισμένη και τα κτίρια να ακολουθούν τους ήδη παγιωμένους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και τις κατακτήσεις των προηγούμενων περιόδων. Ορισμένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της κλασικής αρχιτεκτονικής είναι φυσικά η Ακρόπολη της Αθήνας, ο Ναός του Δία στην Ολυμπία, ο Ναός του Ηφαίστου, το ιερό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα, ο Ναός του Επικουρείου Απόλλωνος στις Βάσσες Φιγαλείας, ο Ναός του Ασκληπιού στην Επίδαυρο και ο Ναός της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα.

afstiros
Ο αυστηρός ρυθμός
Με τον όρο «αυστηρός ρυθμός» αναφερόμαστε στο τεχνοτροπικό ιδίωμα που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο 480-450 π.Χ. και χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια, βαρυθυμία, απώλεια αρχαϊκού μειδιάματος και, τέλος, φυσιοκρατική στάση και απόδοση μυολογίας. Ο καλύτερος τρόπος μελέτης του αυστηρού ρυθμού, είναι μέσω της ανάλυσης του Παίδα του Κριτίου, ενός έργου του 480 π.Χ. που αποδίδεται στον γλύπτη Κριτίο. Εικονίζει έναν όρθιο γυμνό νέο, με επιμελημένη κόμμωση, ένθετα μάτια και πλάσιμο εξαιρετικά φυσιοκρατικό. Ο Παις φαίνεται να ρίχνει το βάρος του σώματός του στο αριστερό σκέλος, ενώ το δεξί είναι ελαφρώς λυγισμένο στο γόνατο. Ταυτόχρονα, παρατηρείται οργανική αντίστιξη των άλλων μερών του σώματος, κάτι που αποδίδεται με τον όρο «χιασμός». Πλέον, σκοπός της κλασικής πλαστικής είναι η αναπαράσταση και όχι ο συμβολισμός της ανθρώπινης μορφής, όπως συνέβαινε στην αρχαϊκή εποχή. Οι καλλιτέχνες αυτής της εποχής, χρησιμοποιώντας το μάρμαρο θα δημιουργήσουν γλυπτά που διακρίνονται από φυσικότητα, κίνηση, οργανικότητα και φυσιοκρατία.

plousios
Ο πλούσιος ρυθμός
Με τον όρο «πλούσιος ρυθμός» αναφερόμαστε στο τεχνοτροπικό ιδίωμα που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο 420-390 π.Χ. και χαρακτηρίζεται από έμφαση στο νατουραλισμό της ενδυμασίας και πλαστικότητα στην απόδοση της μυολογίας. Η Νίκη του Μενδαίου Παιωνίου που χρονολογείται γύρω στο 420 π.Χ. είναι ένα έργο που συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του πλούσιου ρυθμού. Πρόκειται για ένα αναθηματικό έργο, ύψους 1,95 μ. που ήταν στημένο σε κίονα ύψους 10 μ. Η πτυχολογία του ενδύματος δίνει την ψευδαίσθηση της κίνησης της Νίκης, που κατεβαίνει ορμητικά από τον ουρανό, με αποτέλεσμα να διαγράφεται το σώμα της μέσα από το αραχνοΰφαντο ένδυμα που αφήνει το ένα στήθος της γυμνό. Ο καλλιτέχνης καταφέρνει με ένα υλικό όπως το μάρμαρο να αποδώσει την αβρότητα της σάρκας και τις διαφορετικές υφές των υφασμάτων.

anathimata
Ταφικά και αναθηματικά ανάγλυφα
Λίγα χρόνια μετά την απαγόρευση ανέγερσης επιτυμβίων μνημείων που είχε επιβληθεί το 500 π.Χ. με την ισονομία του Κλεισθένη, ήρθε η αναθεώρηση και οι Αθηναίοι επέστρεψαν στις παλιές τους συνήθειες. Άλλωστε, η σταδιακή ολοκλήρωση των έργων του περίκλειου προγράμματος άφησε άνεργο έναν μεγάλο αριθμό μαρμαροτεχνιτών, που έπρεπε να βρουν απασχόληση στον κλάδο τους. Οι επιτύμβιες στήλες που κατασκευάζονται την περίοδο 430-400 π.Χ., τεχνοτροπικά παρουσιάζουν πολλά κοινά με τα παρθενώνεια γλυπτά. Η στήλη της Ηγησούς που χρονολογείται γύρω στο 410-400 π.Χ. έχει σχήμα ναΐσκου που επιστέφεται από αέτωμα με ανθεμωτά ακρωτήρια και απεικονίζει την νεκρή Ηγησώ καθήμενη, να παίρνει ένα κόσμημα από την πυξίδα (κοσμηματοθήκη) που της προσφέρει η δούλη της. Οι μορφές είναι σκαλισμένες σε έξεργο ανάγλυφο και ο καλλιτέχνης έχει καταφέρει να αποδώσει το βαρύ κλίμα και την μελαγχολία .Μία μαρμάρινη επιτύμβια λήκυθος χρονολογούμενη γύρω στο 420-410 π.Χ. απεικονίζει σε χαμηλό ανάγλυφο τον Ερμή Ψυχοπομπό να οδηγεί στον Άδη τη νεαρή Mυρρίνη. Κατά την περίοδο 317-307 π.Χ. θα υπάρξει εκ νέου απαγόρευση ανέγερσης επιτυμβίων μνημείων, αλλά μέχρι τότε η ταφική γλυπτική εξελίσσεται, υιοθετεί νέους τύπους και περιπλοκότερες συνθέσεις. Η επιτύμβια στήλη του Δεξίλεω που χρονολογείται γύρω στο 394 π.Χ. εικονίζει τον νεαρό Δεξίλεω έφιππο με σηκωμένο τον χιτώνα να μάχεται πάνω σε ατίθασο άλογο και να επιτίθεται στον αντίπαλό του που είναι πεσμένος στο έδαφος. Τέτοιου είδους ταφικά αλλά και αναθηματικά ανάγλυφα εντοπίζονται όχι μόνο στην Αθήνα αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Καλλιτέχνες όπως ο Κριτίας, ο Φειδίας, ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης και ο Πραξιτέλης, συγκαταλέγονται στους πιο φημισμένους γλύπτες και αρχιτέκτονες της εποχής, που δούλεψαν με το μάρμαρο και διαμόρφωσαν την πορεία της μαρμαρογλυπτικής.

agalmata ellinistikis
Ελληνιστική Εποχή
Η ελληνιστική τέχνη γενικότερα χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή του θεσμού της βασιλικής πατρωνίας και την ανάδειξη επώνυμων καλλιτεχνών, που πληρώνονται αδρά για να προσφέρουν το έργο τους. Στον τομέα της αρχιτεκτονικής έχουμε την επικράτηση του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού και τη συχνή χρήση τεχνητών ανδήρων. Η Στοά του Αττάλου, το Ωρολόγιο του Ανδρόνικου και ο Βωμός του Δία στην Πέργαμο είναι μερικά από τα σημαντικότερα οικοδομήματα της εποχής. Η ελληνιστική πλαστική έχει να επιδείξει σπουδαία έργα τέχνης, μεταξύ των οποίων η Νίκη της Σαμοθράκης, η Αφροδίτη της Μήλου και το σύμπλεγμα Αφροδίτης και Πανός από τη Δήλο. Δεν θα εμβαθύνουμε περισσότερο στην ανάλυση των έργων, καθώς η τεχνική δεν αλλάζει και ακολουθεί τις κατακτήσεις των προηγούμενων περιόδων, αλλά θα λέγαμε ότι στις τάσεις της ελληνιστικής γλυπτικής κυριαρχεί η κίνηση, ο ρεαλισμός, η ελευθερία, η εξιδανίκευση, η έντονη πτυχολογία και δραματικότητα. Επιπλέον, στην ελληνιστική περίοδο τοποθετείται και η επινόηση της προσωπογραφίας, της απεικόνισης, δηλαδή, ενός συγκεκριμένου προσώπου στην γλυπτική και τη ζωγραφική, η οποία επιτυγχάνεται με την παράθεση φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, τη χρήση συμβόλων και την προσθήκη ποιοτικών χαρακτηριστικών που ερμηνεύουν την προσωπικότητα του απεικονιζόμενου.

agalmata romaikis
Ρωμαϊκή Εποχή
Η ρωμαϊκή εποχή αρχίζει στον ελλαδικό χώρο με την οριστική επικράτηση των Ρωμαίων το 31 π.Χ., και την πτώση του βασιλείου των Πτολεμαίων και θα διαρκέσει περίπου μέχρι το 330 μ.Χ. Η μελέτη της ελληνικής μαρμαρογλυπτικής κατά τη ρωμαϊκή περίοδο παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα. Ελληνικά έργα τέχνης αποσπώνται και μεταφέρονται στη Ρώμη ως λάφυρα και Έλληνες μαρμαροτεχνίτες μετεγκαθίστανται εκεί. Παράλληλα, δημιουργούνται νέα τοπικά εργαστήρια, για να αντιμετωπιστεί η ζήτηση αντιγράφων κλασικών και ελληνιστικών έργων. Αυτά τα ρωμαϊκά αντίγραφα αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών για τα χαμένα κλασικά και ελληνιστικά έργα, τα οποία ήταν συνήθως κατασκευασμένα από χαλκό. Παρόλα αυτά, η απόδοση ενός χάλκινου έργου σε μάρμαρο δημιουργεί τεχνικά προβλήματα που έχουν σχέση με τη στατικότητα, και κατ’ επέκταση επηρεάζουν την αρχική εικόνα και ταυτότητα του γλυπτού. Στα μαρμάρινα αντίγραφα συχνά ήταν αναγκαία η προσθήκη στηριγμάτων, όπως για παράδειγμα κορμών δέντρων, που εξυπηρετούσαν τη στήριξη του έργου και δεν υπήρχαν στο χάλκινο πρωτότυπο. Μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτήν την πρακτική σε πολλά γλυπτά, όπως για παράδειγμα στον Δισκοβόλο, τον Παρνόπιο Απόλλωνα, τον Δορυφόρο, τον Διαδούμενο, τον Απόλλωνα Σαυροκτόνο, τον Αποξυόμενο, κ.ά. Η ρωμαϊκή τέχνη εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό και υιοθετεί την κλασική αισθητική, χωρίς όμως να την αντιγράφει.

sarkofagos
Ρωμαϊκές σαρκοφάγοι
Οι τεχνίτες της ρωμαϊκής περιόδου είχαν αναπτύξει μεθόδους ακριβούς αναπαραγωγής των ελληνικών πρωτοτύπων, αλλά παράλληλα δημιούργησαν και αυτόνομα έργα τέχνης. Τα ρωμαϊκά εργαστήρια φημίζονταν για την παραγωγή μαρμάρινων σαρκοφάγων, ήδη από το 110-120 μ.Χ. Η ελκυστικότητα του μαρμάρου γενικά ως υλικού είναι η αντοχή του, και η μονιμότητα που αποπνέει. Συνεπώς, η ελπίδα των Ρωμαίων για προσωπική αθανασία αντικατοπτρίζεται στη χρήση μαρμάρου για την κατασκευή των ταφικών τους μνημείων. Η σαρκοφάγος Badminton, που χρονολογείται γύρω στο 260-270 μ.Χ., αποτελεί ένα ιδιαίτερο παράδειγμα, του οποίου η εξαιρετική ποιότητα, η μνημειακή μορφή και ο πλούτος της εικονογραφίας το καθιστούν αριστούργημα μεταξύ του corpus των ρωμαϊκών σαρκοφάγων.
Βυζαντινή Εποχή
Αν και οι φόρμες της βυζαντινής τέχνης άρχισαν να δημιουργούνται με την υποχώρηση της κλασικής αισθητικής, το μάρμαρο δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται εκτεταμένα. Θα εστιάσουμε στη ναοδομία και, συγκεκριμένα, στη χρήση μαρμάρου για την κατασκευή αρχιτεκτονικών μελών και διακοσμητικών ψηφιδωτών.

psifidota
Μαρμάρινα ψηφιδωτά
Στη Βασιλική του Ιουνίου Βάσσου στη Ρώμη, που χρονολογείται στο α’ μισό του 4ου αι., σώζονται δύο μαρμαροθετήματα, το ένα απεικονίζει την αρπαγή του Ύλα από τις Νύμφες και το άλλο έναν τίγρη που κατασπαράζει δαμάλι. Είναι κατασκευασμένα με την τεχνική που στα λατινικά αναφέρεται με τον όρο «opus sectile» και χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ψηφιδωτό που αποτελείται από τεμάχια μαρμάρου κομμένα σε ένα ορισμένο γεωμετρικό ή ελεύθερο σχήμα. Στον ελλαδικό χώρο, στην Βασιλική του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, σώζεται ένα μαρμαροθέτημα που χρονολογείται στο τέλος του 7ου αι.
Αρχιτεκτονικά μέλη
Το λευκό πεντελικό μάρμαρο κατέχει τα πρωτεία στην αρχιτεκτονική και την γλυπτική ήδη από την αρχαιότητα, όπως αναλύσαμε παραπάνω, τόσο λόγω της πολύ καλής σχιστότητάς του που διευκολύνει την εξόρυξη και επεξεργασία του, όσο και λόγω της αισθητικής του αξίας και της χρωματικής του καθαρότητας. Άλλα είδη μαρμάρων που φαίνεται ότι ήταν διάσημα στη βυζαντινή τέχνη είναι ο πορφυρίτης, το πράσινο και το μαύρο μάρμαρο. Τα αρχιτεκτονικά μέλη μπορούσαν να είναι προκατασκευασμένα ή αρχαίο υλικό σε δεύτερη χρήση, τα λεγόμενα «spolia». Αρχιτεκτονικά μέλη μνημείων όπως ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο, τα Προπύλαια, κ.ά., έχουν χρησιμοποιηθεί από βυζαντινούς τεχνίτες ως υλικό σε δεύτερη χρήση για την ανοικοδόμηση των βυζαντινών ναών. Κατώτερης ποιότητας, αλλά εξίσου σημαντικό, φαίνεται να ήταν επίσης το υποκύανο μάρμαρο που εξορυσσόταν από τα λατομεία του Υμηττού. Για παράδειγμα το φράγμα πρεσβυτερίου της Βασιλικής του Ασκληπιείου ήταν κατασκευασμένο από spolia κυανού μαρμάρου, ενώ αυτό της Βασιλικής Λαυρεωτικού Ολύμπου ήταν από ένα είδος χονδρόκοκκου υποκύανου μαρμάρου. Για τη διακόσμηση των ναών κατασκευάστηκαν γλυπτά υψηλής ποιότητας και κατεργασίας από έμπειρους χριστιανούς μαρμαροτεχνίτες.

Εργασία της Γεωργιάννας Ζώγκου, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη