Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2022

Η ναυπηγική στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο

Η ναυπηγική στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο

Κατά τους προϊστορικούς χρόνους, οι κάτοικοι του Ελλαδικού χώρου χρησιμοποιούσαν απλά μέσα μεταφοράς για να μετακινηθούν στη θάλασσα του Αιγαίου, αρχικά παράκτια και αργότερα στο ανοιχτό πέλαγος. Τα πλωτά μέσα προσδιορίζονταν από τα υλικά, τα εργαλεία με τα οποία επεξεργάζονταν αυτά τα υλικά και από τις τεχνολογικές δυνατότητες.
Η εξέλιξη στη ναυπηγική ήταν πολύ αργή έως την εποχή του Χαλκού (3000 π.Χ.), οπότε με την εμφάνιση των χάλκινων εργαλείων επιτυγχάνεται μια ραγδαία εξέλιξη. Οι πρώτες παραστάσεις πλοίων στην Κορφή τ’ Αρωνιού, στη Νάξο, όπως και τα πήλινα ομοιώματα πλοιαρίων στο Παλαίκαστρο της Κρήτης χρονολογούνται από την 3η χιλιετία π.Χ.

Οι πρώτες γραπτές αναφορές σχετικά με την κατασκευή πλοίων και τη ζωή των ναυτικών περιλαμβάνονται στα Ομηρικά Έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, η πρώτη πεντηκόντορος ναυς (πλοίο με 50 κουπιά) ήταν η μυθική Αργώ.

Οι σημαντικότεροι πολιτισμοί της αρχαιότητας αναπτύχθηκαν γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου. Ειδικά, το Αιγαίο πέλαγος και οι ακτές της ανατολικής Μεσογείου διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο εμπόριο της αρχαιότητας. Οι αρχαίοι Έλληνες προσπαθούσαν διακαώς και αδιαλείπτως να ελέγξουν και να κυριαρχήσουν στους ναυτικούς εμπορικούς δρόμους, μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης στον τομέα της ναυπηγικής.

Τριήρης

Κατά τους κλασικούς χρόνους (5ος- 4ος αι. π.Χ.), οι τριήρεις αποτελούσαν τα πιο εντυπωσιακά και σύγχρονα πολεμικά πλοία της εποχής τους, που κυριαρχούσαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Σε αυτές οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, η λαμπρή νίκη των αρχαίων Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, η οποία, σε συνδυασμό με προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες, όπως η νίκη στη μάχη του Μαραθώνα, αποτέλεσε καμπή για την εξέλιξη του ίδιου του δυτικού πολιτισμού, καθώς απέτρεψε την επέκταση της περσικής αυτοκρατορίας προς δυσμάς. Οι Αθηναίοι βάσισαν τη θαλάσσια παντοκρατορία τους στις τριήρεις, παραμένοντας η κορυφαία ναυτική δύναμη κατά τη διάρκεια της Συμμαχίας της Δήλου και μέχρι την ήττα τους στις Συρακούσες της Σικελίας, το 413 π.Χ.

Το 550 π.Χ., πρώτος ο Ιππώναξ από την Έφεσο κάνει αναφορά στην ύπαρξη της τριήρους. Ακολούθως, ο ιστορικός Θουκυδίδης υποστήριζε ότι οι πρώτοι που κατασκεύασαν τριήρεις ήταν οι Κορίνθιοι, ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό (περ. 150-215 μ.Χ.), «εφευρέτες» της τριήρους θεωρούνταν οι Φοίνικες θαλασσοπόροι. Η αρχαιολογική σκαπάνη θα επιβεβαιώσει ως ένα βαθμό αυτήν την τελευταία θεωρία. Πιο συγκεκριμένα, έχει βρεθεί ανάγλυφο σε ορθοστάτη, από το ανάκτορο του Νεοασσύριου βασιλιά Sennacherib (ελλ. Σενναχειρείμ), που χρονολογείται από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, ήτοι από το 701 π.Χ., και παρουσιάζει την εκκένωση της Τύρου και της Σιδώνας (φοινικικών πόλεων) από το βασιλιά Luli, με τη χρήση πολεμικών πλοίων, παραπλήσιων των τριήρεων της κλασικής περιόδου, με μόνη διαφορά ότι αυτά διέθεταν μια λιγότερη σειρά κωπηλατών. Είναι, λοιπόν, αποδεδειγμένο ότι οι Φοίνικες χρησιμοποιούσαν ευρέως τις διήρεις, οι οποίες πιθανότητα αποτέλεσαν τους «προγόνους» και τη βασική πηγή έμπνευσης για τις πιο προηγμένες τριήρεις. Όμως, το εύρημα που μας παρέχει τις περισσότερες και τις σημαντικότερες πληροφορίες για την τριήρη, είναι το μαρμάρινο ανάγλυφο Λένορμαν (Lenormant), ύψους 45 εκ. και μήκους 55 εκ., που βρέθηκε στην Ακρόπολη και χρονολογείται στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.

Το συγκεκριμένο είδος πολεμικού πλοίου, μήκους 35-40 μέτρων, διέθετε 3 σειρές από κωπηλάτες, οι οποίοι κατανέμονταν σε 3 επίπεδα. Το πλήρωμά της τριήρους έφθανε τον αριθμό των 210 ατόμων, με τους κωπηλάτες να αποτελούν τους 170 εξ’ αυτών (85 ανά πλευρά). Στο πρώτο επίπεδο, το πιο ψηλό, βρίσκονταν οι 31 θρανίτες, ενώ από 27 είχαν τα άλλα δύο επίπεδα, εκείνο στο ύψος του καταστρώματος και το πιο χαμηλό, που περιελάμβαναν τους ζυγίτες και τους θαλαμίτες, αντιστοίχως. Η ιδιαιτερότητα της τριήρους, που αποτελούσε και το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της σε σύγκριση με τα υπόλοιπα πλοία της κατηγορίας της, ήταν ευελιξία και η ταχύτητά της. «Γιατί μια τριήρης, πλήρως επανδρωμένη, να προκαλεί τέτοιο φόβο στους εχθρούς και τέτοια ευχαρίστηση στους συμμάχους της», αναρωτιόταν ο Ξενοφών, «πέρα από την ταχύτητα που αναπτύσσει, διασχίζοντας το νερό;». Η ταχύτητα αυτή, στην οποία αναφέρεται ο Ξενοφών, μπορούσε να φτάσει τα 9 ναυτικά μίλια την ώρα, ενώ οι αθηναϊκές τριήρεις κάλυπταν αποστάσεις, πέρα από το Αιγαίο και την Προποντίδα, έως την Κύπρο και την Αίγυπτο, δηλαδή αποστάσεις που έφταναν τα 1.400 χλμ. (756 ναυτικά μίλια). Τον ρυθμό για τον συγχρονισμό των κωπηλατών, τον έδινε ο κελευστής μέσω ενός διπλού αυλού. Ο κυβερνήτης/τριήραρχος, συνήθως διέθετε μια ομάδα σωματοφυλάκων, αποτελούμενη από 4 τοξότες, καθώς διαφορετικά, σε περίπτωση σύρραξης, δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, χωρίς να εγκαταλείψει τα ζωτικής σημασίας καθήκοντά του. Ένα άλλο πλεονέκτημα της τριήρους ήταν το γεγονός ότι αποτελούσε ένα ιδιαίτερα ελαφρύ πλοίο, που μπορούσε να το διαχειριστεί η ανθρώπινη δύναμη. Κατασκευασμένη από μαλακή ξυλεία, προεχόμενη κυρίως από πεύκα και έλατα της Μακεδονίας και της Θράκης, η τριήρης ήταν δυνατόν να μεταφερθεί δια ξηράς με τη συμβολή 140 ανδρών. Κατά τη διάρκεια δε των ναυμαχιών, το μεγάλο όπλο της τριήρους υπήρξε αδιαμφισβήτητα το έμβολο, το οποίο συνήθως διέθετε μπρούτζινη επένδυση και εξασφάλιζε την αποτελεσματική βύθιση του αντιπάλου πλοίου.

Κάθε τριήρης είχε το δικό της όνομα, γένους θηλυκού, που συνήθως προερχόταν από κάποια θεότητα, όπως η Άρτεμις ή η Αφροδίτη, από Νύμφες του νερού, όπως η Θέτις και η Αμφιτρίτη, από θεοποιημένες αξίες, όπως η Δημοκρατία, η Ελευθερία και η Ισότητα, από ζώα, όπως η Γαζέλα, αλλά και από πολιτικές έννοιες, όπως η Αρπαγή και η Λεηλασία. Ειδική κατηγορία αποτελούσαν τα ιερά πλοία της αθηναϊκής δημοκρατίας, η Σαλαμινία και η Πάραλος, δύο πολύ γρήγορα πλοία, τα οποία ήταν πλήρως επανδρωμένα και χρησιμοποιούνταν για ειδικές αποστολές, όπως η μεταφορά μηνυμάτων. Κάθε πλοίο διέθετε μια ζωγραφισμένη πλάκα κοντά στην πλώρη του, που ανέγραφε το όνομά του, για να είναι ευδιάκριτο στις ναυμαχίες. Η πλώρη ήταν συνήθως διακοσμημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραπέμπει σε κεφαλή ζώου. Ο τραγικός ποιητής Αισχύλος χαρακτήριζε τις τριήρεις ‘’μαυρομάτικα πλοία’’, κάνοντας, προφανώς, αναφορά στα μάτια που κοσμούσαν την πλώρη των περισσότερων τριήρεων. Τα μάτια αυτά, εκτός από την αισθητική τους αξία, θεωρούνταν ότι προστάτευαν το πλοίο από την αρνητική ενέργεια, το σύγχρονό μας ‘’κακό μάτι’’.

Δρόμων

Οι πρώτες αποδείξεις για το νέο είδος πολεμικού πλοίου, γνωστού ως δρόμωνα, στην πρώιμη βυζαντινή αυτοκρατορία εμφανίζονται τον 6ο αι. μ.Χ. Η αναφορά αυτή μας είναι γνωστή από τον Προκόπιο από την Καισάρεια στο έργο «Η ιστορία των πολέμων», που γράφτηκε το 550. Αναφέρει πως οι δρόμωνες ήταν μακριά ιστιοφόρα πλοία με καλυπτόμενα καταστρώματα, ώστε οι άντρες να κωπηλατούν και, όσο είναι δυνατόν, να μην βρίσκονται εκτεθειμένοι στα χτυπήματα του εχθρού. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, τα πλοία αυτά ήταν ικανά να πλέουν με πολύ μεγάλες ταχύτητες. Το όνομα των πλοίων προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «δρόμος», που σημαίνει την απόσταση και τη διαδρομή, και το ρήμα «δρομώ», που σημαίνει «τρέχω».

Οι δρόμωνες συνδέονται με ορισμένες αλλαγές που παρατηρήθηκαν στον τομέα του σχεδιασμού των πολεμικών πλοίων, ώστε να ξεχωρίζουν από τις ρωμαϊκές liburnae. Σύμφωνα με μαρτυρίες και έρευνες, πρόκειται για μικρότερα πλοία από αυτά που περιγράφει ο Προκόπιος, με 50 άνδρες ως πλήρωμα, οι οποίοι ήταν μάλιστα «αὐτερέται», δηλαδή συγχρόνως και κωπηλάτες και πολεμιστές. Σε αντίθεση με τα ρωμαϊκά πλοία, οι δρόμωνες ταξίδευαν με πλήρες κατάστρωμα. Τα παλαιά πανιά αντικαταστάθηκαν από ιστία τρίγωνα, ενώ οι κριοί αντικαταστάθηκαν από περόνια, ένα είδος καρφιών που δεν χρησίμευαν για να διαπεράσουν και να τραυματίσουν το αντίπαλο πλοίο, αλλά να διαλύσουν τα κουπιά του, καθιστώντας το ανίκανο να κινηθεί, άρα αδύναμο. Το σκάφος ήταν ανασχεδιασμένο με τη χρήση μιας μεθόδου, η οποία έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στο σκελετό και τον καθιστούσε δυνατότερο και πιο εύκαμπτο.

Κατά τον 10ο αιώνα, οι πληροφορίες σχετικά με τους δρόμωνες αυξάνονται. Οι δρόμωνες ήταν διήρεις, αποτελούνταν δηλαδή από δύο σειρές κουπιών, η μία πάνω από το κατάστρωμα και η άλλη από κάτω. Περίπου 100–108 κωπηλάτες επάνδρωναν το πλοίο, στο οποίο υπήρχαν 25 με 27 κωπηλατικά καθίσματα σε κάθε πλευρά. Όλοι οι κωπηλάτες έπρεπε να είναι καθιστοί, ώστε να επιτευχθεί ο συγχρονισμός και ο κατάλληλος ρυθμός. Αυτό επιβεβαιώνεται από δύο πλοία του 11ου αιώνα που βρέθηκαν στο Θεοδοσιανό λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Είναι μονήρεις και στις δύο περιπτώσεις το interscalmium, η απόσταση μεταξύ των πάγκων, είναι 95 εκατοστά, ακριβώς όσο η μέγιστη απόσταση μέχρι την οποία ένας καθήμενος κωπηλάτης μπορεί να εκτελέσει κωπηλατική κίνηση, χωρίς κινούμενο κάθισμα.

Με τους άνω και κάτω κωπηλάτες να χωρίζονται από μισό interscalium, 25 με 27 τέτοια καθίσματα θα καταλάμβαναν 24 με 26 μέτρα. Με την πρύμνη και την πλώρη περίπου στο 22,5% αυτού, όπως και στα δυτικά πλοία του 10ου αιώνα, οι δρόμωνες του 10ου αιώνα είχαν συνολικό μήκος περίπου 29,5–32 μέτρα. Τα άνω κουπιά πιθανώς είχαν 5,2 μέτρα μήκος, ενώ τα κατώτερα κουπιά 4,65 μέτρα. Ο σκελετός πάνω από τα κατώτερα κουπιά σχεδόν σίγουρα ήταν μακρύτερος προς τα έξω. Η ακτίνα ήταν περίπου 4,7 μέτρα και το βάθος τους, στην κεντρική γραμμή, γύρω στα 1,8 μέτρα. Οι χαμηλότερες τρύπες για κουπιά ήταν περίπου 0,35 μέτρα και τα καταστρώματά τους περίπου 0,95 μέτρα πάνω από τη στάθμη του νερού.
Η πλώρη «στέγαζε» το κύριο όπλο του δρόμωνα, ένα «σιφώνιο» το οποίο εκτόξευε το «υγρόν πυρ». Πάνω από το σιφόνι, υπήρχε οχυρωμένο ξυλόκαστρο, στο οποίο επέβαιναν οι άνδρες, το ψευδοπάτιον. Ενδείξεις υπάρχουν και για ένα δεύτερο σιφόνι στην πρύμνη, καθώς επίσης και για άλλα τα οποία κρατούσαν οι άνδρες στα χέρια. Τα περόνια κρέμονταν από ένα στέλεχος με αλυσίδα ή σύζευξη. Δεν ήταν κατασκευασμένα ως μέρος του σκελετού, αλλά αποτελούσαν δρύινα ή σιδερένια «αγκάθια» που προσκολλούνταν μετά την κατασκευή του πλοίου. Σύμφωνα με το Στρατηγικόν του Μαυρικίου, πολλοί δρόμωνες έφεραν βαλλίστρες στην πρώρα τους, προστατευμένες από βαριά υφαντά, για να αποκρούουν από μακριά τους εχθρούς. Τέτοιοι ήταν οι «βαλλιστοφόροι δρόμωνες».

Η πρύμνη είχε ένα είδος κρεβατιού, το κράββατον, για τον κένταρχο, τον καπετάνιο ή για έναν διοικητή του στόλου ή αξιωματούχο, όπως ο αυτοκράτορας. Αυτό προστατευόταν από μια σκηνή με ξύλινο πλαίσιο. Στην πρύμνη, σε κάθε τέταρτο, υπήρχε ένα πηδάλιο του τετάρτου. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τα πηδάλια αυτά, εκτός από τους οίακες, μοχλούς για την κίνηση των πηδαλίων. Στους δρόμωνες επέβαιναν επίσης έμπειροι τοξότες «καστελλωμένοι», δηλαδή οχυρωμένοι πίσω από «ξυλόκαστρα», ώστε να τοξεύουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια.

Οι δρόμωνες είχαν αρχικά δύο κατάρτια, ένα μικρότερο στο ενδιάμεσο σκέλος, και ένα μεγαλύτερο στο τόξο, πίσω από το ψευδοπάτιο. Δεν υπάρχουν σαφή δεδομένα σχετικά με τις διαστάσεις τους. Μπορούμε, όμως, να τα συγκρίνουμε με τα σικελικά πλοία του 13ου αιώνα, των οποίων οι προδιαγραφές ήταν κατά 25% μεγαλύτερες. Έτσι, τα μεσαίου μεγέθους κατάρτια μπορεί να είχαν ύψος περίπου 8,3 μέτρα και οι πρωραίοι ιστοί (μπροστινά κατάρτια) μήκος 11,85 μέτρων, που έγερναν προς τα εμπρός με κλίση 13 μοιρών. Έτσι, η κορυφή του καταρτιού υψωνόταν 10,65 μέτρα πάνω από την επιφάνεια του νερού. Τα μπροστινά κατάρτια διέθεταν κορυφές με τροχαλίες, τα χαλκίσια, ώστε να μετακινούνται πιο εύκολα τα ιστία. Για το κράτημα των ιστίων στα κατάρτια, χρησιμοποιούνταν ειδικά δέματα, τα ψέλλια. Τα μεσαία ιστία είχαν μήκος 15,5 μέτρα και τα μπροστινά 20 μέτρα περίπου. Διέθεταν, επίσης, τεράστια υποστηρίγματα, τις ιστοδοκούς.
Στις μεταγενέστερες εποχές, οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερης χωρητικότητας δρόμωνες, που μπορούσαν να φέρουν διακόσιους τριάντα αυτερέτες, στρατιώτες (πολεμισταί), πλήρως οπλισμένους (κατάφρακτοι), και εβδομήντα ακόμη ξένους μισθοφόρους, όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος.

Τα παραπάνω πλοία αποτέλεσαν «θαύματα» της ναυπηγικής τεχνολογίας και συνέβαλαν καθοριστικά στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Οι τριήρεις, τα «ξύλινα τείχη» του Θεμιστοκλή, αποτέλεσαν τα μέσα των Ελλήνων για να αποκρούσουν την Περσική εισβολή και στη συνέχεια να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στη Μεσόγειο. Από την άλλη, ο δρόμωνας με το «υγρό πυρ», προσέφερε στους Βυζαντινούς την απαραίτητη ταχύτητα και ευκινησία για να αναχαιτίσουν τις ξένες εισβολές στις θάλασσες της αυτοκρατορίας. Η υψηλή ναυπηγική τεχνολογία των Ελλήνων αποδεικνύει πως η θαλασσοκρατία ολόκληρων αιώνων, δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ένα φυσικό επακόλουθο της εκ φύσεως ιδιοφυΐας τους στα ναυτικά ζητήματα.

Εργασία των Κων/νου Βασιλείου & Γεωργίου Σπηλιώτη, στο πλαίσιο της πρακτικής τους άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη

ΠΗΓΕΣ

Curry A. (2012), The weapon that changed history, στο Archaeology τεύχος 65, No 1.

Fields N. (2007), Ancient Greek warships: 500 – 322 BC., Μεγάλη Βρετανία, Osprey Publishing

Pryor J.H. The Dromon and the Byzantine navy, στο Balard M. & Buchet C. eds. (2017) The sea in history. The medieval world, Woodbridge, The Boydell Press

Καραγιαννόπουλος Ι. (2001), Το Βυζαντινό κράτος, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ