Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2022

Οικοδομική και αρχιτεκτονική στο Ακρωτήρι της Θήρας

Οικοδομική και αρχιτεκτονική στο Ακρωτήρι της Θήρας

Στο νότιο άκρο της Θήρας, στην περιοχή που σήμερα γνωρίζουμε με το τοπωνύμιο Ακρωτήρι, κατά την προϊστορική περίοδο υπήρξε ένας παραθαλάσσιος οικισμός που παρουσίασε μεγάλη άνθηση. Ο οικισμός ισοπεδώθηκε από σεισμό τον 17ο αι. π.Χ. και ξαναχτίστηκε, φθάνοντας στην απόλυτη ακμή του μέχρι την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης γύρω στα 1500 π.Χ., οπότε καλύφθηκε από την τέφρα της έκρηξης. Καλύπτει έκταση 200 στρεμμάτων και αποτελεί τον χώρο, όπου ο Σπ. Μαρινάτος εργάστηκε και ανέσκαψε μέχρι και τον θάνατό του το 1974, οπότε και τον διαδέχθηκε ο καθηγητής Χρ. Ντούμας.

Η περίοδος κατά την οποία εντοπίζεται η ακμή του συγκεκριμένου κυκλαδικού οικισμού συμπίπτει με το χρονικό πλαίσιο της ακμής του Μινωικού πολιτισμού. Η σύνδεση μεταξύ των δύο πολιτισμών, του Κυκλαδικού του Ακρωτηρίου με αυτόν της Μινωικής Κρήτης είναι εμφανής, όπως προκύπτει από τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών.

Το γεγονός ότι το ηφαιστειακό υλικό που σκέπασε τον Υστεροκυκλαδικό οικισμό στο Ακρωτήρι, κατάφερε να εισχωρήσει εύκολα ακόμα και στην παραμικρή ρωγμή, στάθηκε η αιτία για την τόσο καλή διατήρηση, όχι μόνο των κτηρίων αλλά και των αντικειμένων που βρίσκονταν μέσα σε αυτά. Παρακάτω θα μας απασχολήσουν οι οικίες και οι εγκαταστάσεις υγιεινής που βρέθηκαν στον οικισμό του Ακρωτηρίου.

ΟΙΚΙΕΣ

Στοιχεία της αρχιτεκτονικής του μινωικού πολιτισμού είναι εμφανή στον οικισμό του Ακρωτηρίου. Το ίδιο εμφανείς, ωστόσο, είναι και οι διαφορές, οι οποίες σχετίζονται με τον περιβάλλοντα χώρο των οικιών. Ο τρόπος δόμησης του οικισμού, καθώς και η ανυπαρξία αυλών μας δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα αστικό περιβάλλον, πυκνά δομημένο.

Η κάτοψη της πόλης, τουλάχιστον του τμήματος που έχει ανασκαφεί, φαίνεται να ακολουθεί μία χαλαρή μορφή κανάβου. Το οδικό δίκτυο και οι δημόσιοι χώροι ακολουθούν, σε γενικές γραμμές, τη διεύθυνση βορρά – νότου και ανατολής – δύσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. Δυτική Οικία). Τα κτήρια, επίσης, μπορεί να είναι αυτόνομα στον χώρο ή να δημιουργούν οικοδομικά τετράγωνα τα οποία χωρίζονται με διπλούς τοίχους. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με την προσθετική ανάπτυξη του οικοδομικού τετραγώνου, η οποία είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στις πόλεις της Κρήτης.

Κύριο υλικό κατασκευής των κτηρίων στο Ακρωτήρι είναι η πέτρα, γεγονός λογικό καθώς πρόκειται για ένα νησί που το έδαφός του κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του είναι ηφαιστειογενές, το ξύλο και ο πηλός. Συγκεκριμένα, η λαξευτή πέτρα κυριαρχεί σε όλα τα σπίτια που έφεραν στο φως οι ανασκαφές στο Ακρωτήρι, χαρακτηριστικό που αφορά και σε άλλους κυκλαδικούς οικισμούς. Σε μεγάλη κλίμακα, επίσης, χρησιμοποιείται το ξύλο αλλά και ο πηλός ως συνδετικό υλικό. Οι ξυλοδεσιές αποτελούν ένα στοιχείο της οικοδομικής του Ακρωτηρίου, το οποίο επαναλαμβάνεται πολύ συχνά. Αυτό προφανώς έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι τεχνίτες γνώριζαν καλά πως έπρεπε να εξασφαλίσουν στα οικοδομήματα αντισεισμική προστασία. Ξύλινα στοιχεία επίσης παρατηρούνται στις κάσες των ανοιγμάτων, πορτών και παραθύρων.

Ένα από τα πιο σημαντικά κτίσματα του Ακρωτηρίου, που ήρθαν στο φως μέσω της ανασκαφικής έρευνας, είναι ένα προϊστορικό κτήριο, μάλλον δημόσιου χαρακτήρα, του 17ου αι. π.Χ. που ονομάζεται αλλιώς και Ξεστή 3. Πρόκειται για ένα τριώροφο δημόσιο κτήριο του οποίου οι δύο όροφοι σώζονται σε άριστη κατάσταση, λόγω της τέφρας του ηφαιστείου που το κάλυψε, ενώ πληροφορίες υπάρχουν και για τον τρίτο όροφο. Οι τοίχοι είναι από αργολιθοδομή και λαξευτή τοιχοποιία, ενώ μερικοί εσωτερικοί τοίχοι είναι από πλινθοδομή. Άξια αναφοράς είναι η ευρεία χρήση του ξύλου για την ενίσχυση των τοίχων. Ξύλινα είναι επίσης τα πατώματα, τα κλιμακοστάσια και τα πλαίσια των παραθύρων και των θυρών. Παρατηρείται μεγάλος αριθμός πολυθύρων στο συγκεκριμένο κτήριο, ακόμη και στη στάθμη του ισογείου, γεγονός που δείχνει τις γνώσεις και την εμπιστοσύνη των κατασκευαστών στην τεχνολογία του ξύλου, ενώ εξασφαλίζεται ευέλικτο σύστημα κυκλοφορίας και συνδυασμού των χώρων, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Ιδιαίτερα περίτεχνος είναι ο τρόπος στήριξης του κύριου κλιμακοστασίου της εισόδου με σύνθετο σύστημα ξύλινων στοιχείων στη στάθμη του ισογείου, έτσι ώστε να δημιουργηθεί άνετος χώρος πρόσβασης κάτω από το δεύτερο σκέλος του κλιμακοστασίου.

Ένα άλλο δημόσιο κτήριο, η Ξεστή 4, έχει ερευνηθεί σε πολύ μικρότερο βαθμό. Η μέχρι τώρα έρευνα έχει φέρει στην επιφάνεια το περίγραμμά του, το οποίο τεκμηριώνει τις μεγάλες διαστάσεις του. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν εξολοκλήρου ηφαιστειακά πετρώματα υπόλευκου χρώματος, ξεπερνούσε τα 30 μέτρα σε μήκος, ενώ κάλυπτε επιφάνεια 367 τετραγωνικών μέτρων. Η είσοδός του βρισκόταν στο βόρειο τμήμα της Οδού Κουρήτων, ενώ στην ανατολική πλευρά το έδαφος είχε απότομη κλίση προς τα κάτω.

Από τις ιδιωτικές οικίες, καλύτερα μελετημένη είναι η οικία που ονομάστηκε από τους αρχαιολόγους με το συμβατικό όνομα «Δυτική Οικία». Πρόκειται για ένα οικοδόμημα της προηγούμενης περιόδου, το οποίο επισκευάστηκε μετά το σεισμό. Διαθέτει ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, οι οποίοι στεγάζουν 16 δωμάτια, καταλαμβάνοντας, συνολικά, επιφάνεια 345 τετραγωνικών μέτρων. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της τυπικής θηραϊκής οικίας, στην οποία η χρήση ξύλου είναι ισότιμη με τη χρήση της πέτρας. Στο ισόγειό της υπήρχαν αποθήκες τροφίμων, εργαστήρια, μαγειρείο και χώρος μυλωνά. Στον πρώτο όροφο υπήρχε δωμάτιο με αργαλειούς (Δωμάτιο 3), μια αποθήκη σκευών και τροφίμων, ένα αποχωρητήριο (Δωμάτιο 4Α) και δύο δωμάτια με τοιχογραφίες (Δωμάτια 4 και 5).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, από τεχνολογικής άποψης, οι τοιχογραφίες που βρέθηκαν στους πάνω ορόφους των κτηρίων. Η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε είναι η νωπογραφία, δηλαδή η ζωγραφική σε νωπό ασβεστοκονίαμα. Οι βαφές προέρχονταν από φυτικές και ορυκτές ύλες και τα χρώματα περιορίζονταν – όπως και στις μινωικές – στο λευκό, το κόκκινο, το γαλάζιο και το κίτρινο. Ως προς την τεχνική, οι τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου μοιάζουν να είναι πιο χονδροειδείς από τα καλύτερα κρητικά έργα και παρουσιάζουν μια τραχύτητα στην καλλιτεχνική έκφραση και μια τάση υπερβολής. Συγχρόνως, όμως, είναι ζωντανές και διαθέτουν ένα πρωτόγονο σφρίγος που τους προσδίδει ιδιαίτερη γοητεία. Η θεματογραφία των τοιχογραφιών περιλαμβάνει μεμονωμένες ανθρώπινες μορφές, νεκρές φύσεις, θαλασσινά τοπία και τοποθεσίες με πλούσια βλάστηση. Τέλος, σε αντίθεση με τις μινωικές τοιχογραφίες, οι θηραϊκές τοιχογραφίες έχουν διατηρηθεί σε πολύ καλή κατάσταση.

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η μέριμνα που είχε ληφθεί για τις εγκαταστάσεις υγιεινής και τη διαχείριση των ανθρώπινων αποβλήτων στο Ακρωτήρι. Η περίφημη «τουαλέτα της Βασιλίσσης», στην ανατολική πτέρυγα της Κνωσσού, μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τις εγκαταστάσεις αυτές. Η εγκατάσταση αυτή βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του «ανακτόρου», στην πτέρυγα των ιδιωτικών διαμερισμάτων, δυτικά του μεγάρου της βασίλισσας, με το οποίο επικοινωνούσε μέσω διαδρόμου. Χρονολογείται στη Νεοανακτορική περίοδο (1700 π.Χ. κι έπειτα). Είναι ένας μικρός χώρος, διαστάσεων 1,11 x 2,20μ., με δυνατότητα απομόνωσης από το υπόλοιπο δωμάτιο με τη χρήση όρθιων πλακών από γύψο. Έκλεινε με δίφυλλο θυρόφυλλο. Στο δάπεδο κατά μήκος του ανατολικού τοίχου, διαπιστώθηκε φρεάτιο, πλάτους 0,35μ., πάνω από το οποίο υπήρχε πιθανότατα ένα ξύλινο, μάλλον κινητό κάθισμα ύψους 0,57μ. Το φρεάτιο συγκοινωνεί με κτιστό αγωγό ανατολικά, βάθους 0,85μ. που επικοινωνεί με κεντρικό αγωγό. Στο σημείο που επικοινωνούν οι δύο αγωγοί υπάρχει υψομετρική διαφορά η οποία διευκολύνει τη ροή υγρών. Οι αγωγοί ήταν πήλινοι και απαρτίζονταν από τμήματα σωληνώσεων που έμπαιναν το ένα μέσα στο άλλο. Υπήρχε σύστημα τρεχούμενου νερού για τον καθαρισμό. Μπροστά από την εγκατάσταση βρέθηκε ημικυκλική οπή στο δάπεδο που χρησίμευε για την πλύση του φρεατίου.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο Ακρωτήρι και, συγκεκριμένα, στη Δυτική Οικία, στον πάνω όροφο της οποίας βρέθηκε σε εξαιρετική κατάσταση, ένα «σχεδόν σύγχρονο αποχωρητήριο». Ο χώρος αυτός ήταν απομονωμένος από τα υπόλοιπα δωμάτια με έναν τοίχο από τούβλα και είναι ως επί το πλείστον όμοιος με τα σημερινά αποχωρητήρια. Βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία της πτέρυγας στον όροφο και έχει διαστάσεις 1,30. x 1,95μ. Στον δυτικό τοίχο δημιουργείται εσοχή, πλάτους 1,05μ., ύψους 1,70μ. και βάθους 0,13μ. Στην εσοχή αυτή διαμορφώνονται δύο ορθογώνια πεζούλια που έχουν μορφή κτιστού θρανίου, από πέτρες πελεκητές και απελέκητες. Ασβεστοκονίαμα έχει χρησιμοποιηθεί ως επίχρισμα στα πεζούλια αυτά, τα οποία απέχουν από το δάπεδο 0,43μ. και έχουν βάθος 0,37μ. Ανάμεσα στα πεζούλια υπάρχει ένα κενό περίπου 0,8–0,9μ., στο βάθος του οποίου διαμορφώνεται οπή στο πάτωμα, η οποία συνδέεται με αγωγό που απαρτίζεται από κατακόρυφους, κυλινδρικούς, πήλινους σωλήνες. Το κάτω άκρο του αγωγού κατέληγε σε ένα άνοιγμα του τοίχου προς την εξωτερική πλευρά του κτηρίου, κοντά στα θεμέλια, και άδειαζε σε φρεάτιο το οποίο συνδεόταν με κεντρικό αγωγό κάτω από το δρόμο. Στο φρεάτιο βρέθηκε ένα είδος «σιφωνίου» από πλάκες που χρησίμευε στην επιτάχυνση της ροής των αποβλήτων και στον αποκλεισμό των δυσάρεστων οσμών έξω από το κτήριο. Στα συντρίμμια του πατώματος, το οποίο αποτελείτο από πέτρες και πατημένο χώμα, βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, κομμάτια ενός πήλινου λουτήρα που πιθανώς βρισκόταν στο αριστερό τμήμα του «δωματίου». Η εγκατάσταση και, συνάμα, το κτήριο χρονολογούνται στον 17ο–16ο αι. π.Χ.

Ανατολικά της Δυτικής Οικίας βρίσκεται το Συγκρότημα Δ, το οποίο «στεγάζει» μία ακόμα εγκατάσταση υγιεινής που χρονολογείται γύρω στα 1550 π.Χ. Πιο αναλυτικά, στο βορειοδυτικό τμήμα του στενού και επιμήκους χώρου Δ7, κοντά στη σκάλα, διαπιστώθηκε κάθετη πήλινη σωλήνωση, με διάμετρο 0,20μ. Το εύρημα αυτό οδήγησε τον αρχαιολόγο-ανασκαφέα στην υπόθεση ότι αποτελούσε μέρος εγκατάστασης αποχωρητηρίου. Στον σωλήνα, διατηρείται λευκό κονίαμα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως συνδετική ύλη. Εξωτερικά, στο σημείο συνάντησης του κατακόρυφου πήλινου αγωγού και του υπονόμου του δρόμου, παρατηρήθηκε σωρός από πέτρες. Μέσα στον χώρο βρέθηκε ένας λουτήρας.

Σύμφωνα με τον Σπ. Μαρινάτο, μια κατασκευή στην «Οικία των Γυναικών» μπορεί να ταυτιστεί με εγκατάσταση υγιεινής. Το κτήριο αυτό βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του τομέα Α. Η κατασκευή βρίσκεται στο ισόγειο και αποτελείται από κατακόρυφους, πήλινους σωλήνες, εντοιχισμένους, και θεωρήθηκε από τον αρχαιολόγο εγκατάσταση υγιεινής.

Βλέπουμε, λοιπόν, ένα επαναλαμβανόμενο «μοτίβο» όσον αφορά τις εγκαταστάσεις υγιεινής στον οικισμό του Ακρωτηρίου. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η Δυτική Οικία, η οποία πιθανότατα αποτελούσε οικία ανθρώπων της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Τα υπόλοιπα κτήρια στα οποία βρέθηκαν αντίστοιχες εγκαταστάσεις, αποδεικνύουν, μέσω του μεγάλου βαθμού ομοιότητας της κατασκευής, πως η Δυτική Οικία ήταν το πρώτο κτήριο στο οποίο χρησιμοποιήθηκε ένα δωμάτιο ως αποχωρητήριο. Οι περιορισμένες διαστάσεις του χώρου, το στενόμακρο ή τετραγωνισμένο σχήμα, η εσοχή που διαμορφώνεται συνήθως στον τοίχο, καθώς και η μέριμνα για τη σύνδεση των εγκαταστάσεων με φρεάτια για την εκβολή των αποβλήτων είναι κοινά σε όλα τα παραδείγματα. Ακόμα και οι πλάκες, δείχνουν πως οι άνθρωποι της εποχής «ανησυχούσαν» ακόμα και για το ζήτημα της δυσοσμίας. Τέλος, οι λουτήρες που βρέθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, ενισχύουν την άποψη πως οι κατασκευές αυτές λειτουργούσαν ως αποχωρητήρια.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρατηρώντας και εξετάζοντας τα παραπάνω ευρήματα, μπορούμε να οδηγηθούμε στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, τόσο για το επίπεδο τεχνολογικής προόδου που είχαν «κατακτήσει» οι κάτοικοι του νησιού της Θήρας, όσο και για την επιρροή που δέχτηκαν από τον μινωικό πολιτισμό και τις καινοτομίες που αυτός εισήγαγε στον τομέα της οικιστικής αρχιτεκτονικής.

Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των κτηρίων ήταν σε μεγάλο βαθμό ντόπια και σχετίζονται άμεσα με την ηφαιστειογενή μορφολογία του νησιού. Το υλικό που κυριαρχεί, είναι η πέτρα. Η μοναδικότητα των θηραϊκών κτηρίων έγκειται στην απόφαση των κατοίκων να χτίσουν εξολοκλήρου λιθόκτιστες οικίες, διώροφες, ακόμα και τριώροφες, από ξεστούς λίθους, τεχνική που έδωσε σε πολυάριθμες οικίες το συμβατικό όνομα «Ξεστή». Το ξύλο, από την άλλη, είναι αναμφισβήτητα ο «αφανής ήρωας» στην οικοδομική του Ακρωτηρίου. Χρησιμοποιήθηκε σε τοίχους, πατώματα, υποστυλώματα, κλιμακοστάσια και ανοίγματα ως κύριο υλικό σε μεγάλες ποσότητες. Οι αρχαίοι κατασκευαστές εκτιμούσαν τις ιδιότητες του ξύλου ως υλικού και το χρησιμοποιούσαν εκτεταμένα στις πολυώροφες κατασκευές τους. Η επιμονή στη χρήση του ξύλου και η σιγουριά που διαφαίνεται από πλευράς των κατασκευαστών, πρέπει να πηγάζει από μακρόχρονη εμπειρία με το υλικό και γνώση των ιδιοτήτων του. Τέλος, είναι εμφανής ο αντισεισμικός σχεδιασμός των οικοδομημάτων μέσω της χρήσης του ξύλου, καθώς επίσης και του πυρομβρίτη, ενός ηφαιστειακού πετρώματος που χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη μεγάλου μέρους των λαξευτών κατασκευών.

Όσον αφορά τις οικίες και τις εγκαταστάσεις υγιεινής, με βάση τα ευρήματα (αποθηκευτικά και μαγειρικά αγγεία), μπορούμε να συμπεράνουμε πως η πλειονότητα των οικοδομημάτων ήταν ιδιωτικού χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως η πλειονότητα των κατασκευών που χαρακτηρίζονται ως αποχωρητήρια, βρέθηκε σε ιδιωτικά κτήρια. Η Δυτική Οικία, μάλιστα, εικάζεται πως ανήκε σε άτομα της ανώτερης κοινωνικής τάξης.

Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε μια αναφορά στη νέα τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των οικοδομημάτων του οικισμού. Οι τεχνικές που βασίζονται στη χρήση του κατακόρυφου ξύλου, τη λαξευτή πέτρα κ.λπ., έχουν πανομοιότυπη αντιστοιχία στη μινωική αρχιτεκτονική της περιόδου. Η ομοιότητα ανάμεσα στην «τουαλέτα της Βασιλίσσης» και την εγκατάσταση υγιεινής στη Δυτική Οικία δεν είναι τυχαία. Ο οικισμός στο Ακρωτήρι φέρει τη σφραγίδα της επιρροής του μινωικού πολιτισμού, ο οποίος εξελίσσει και διαδίδει τις καινοτομίες που κατακτά πέρα από τα όρια των κρητικών ανακτόρων. Οι νέες αυτές τεχνικές δεν εφαρμόζονται, όμως, ως πιστά αντίγραφα των μινωικών, αλλά μετατρέπονται σε παραλλαγές που υπακούουν τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του νησιού. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι στη Θήρα υπήρχε έτοιμος ένας εξελιγμένος μηχανισμός αφομοίωσης ξένων επιρροών, βασισμένος στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό καθεστώς της περιόδου. Και ήταν αυτός ο μηχανισμός, που επέτρεψε στους κατοίκους του Ακρωτηρίου να αναπτύξουν τόσο προηγμένη οικοδομική τεχνολογία.

Εργασία του Γεώργιου Σπηλιώτη, στο πλαίσιο της πρακτικής του άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών

Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη

ΠΗΓΕΣ

Hood S. (2017), Η τέχνη στην προϊστορική Ελλάδα. Μτφ Παντελίδου Μ., Ξένος Θ., Αθήνα, εκδόσεις Καρδαμίτσα.

Μαρινάτος Σ. (1971), Ανασκαφαί Θήρας V, στο (1973) Πρακτικά της εν Αθήναι Αρχαιολογικής Εταιρείας του έτους 1971, Αθήνα.

Ντούμας Χ. (1967), Ακρωτήρι Θήρας. Η ανασκαφή μιας θαμμένης πολιτείας. Στο Βαλαβάνης Π.(2015) επιμ., Μεγάλες στιγμές της ελληνικής αρχαιολογίας, εκδόσεις Καπόν.

Ντούμας Χ. (2016), Προϊστορική Θήρα, Αθήνα, εκδόσεις Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση.

Παλυβού Κ. (1988), Ακρωτήρι Θήρας: Οικοδομική τέχνη και μορφολογικά στοιχεία στην Υστεροκυκλαδική τέχνη (Διδακτορική διατριβή), Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης.

Παλυβού Κ. (1997) «Αποχετευτικά δίκτυα και εγκαταστάσεις υγιεινής της 2ης χιλιετίας π.Χ. στο Αιγαίο» στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία (Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.

Παλυβού Κ. (1999), Ακρωτήρι Θήρας: Η Oικοδομική τέχνη, Αθήνα, εκδόσεις Αρχ. Εταιρείας.

  • Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Οι «εφευρέσεις» των Μυκηναίων