Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2022

Η μεταλλοτεχνία στην ανθρώπινη ιστορία

Η μεταλλοτεχνία στην ανθρώπινη ιστορία

Τα μέταλλα αποτελούν μια μεγάλη κατηγορία χημικών στοιχείων που παρουσιάζουν ορισμένες κοινές ιδιότητες. Τα βρίσκουμε ελεύθερα στη φύση ή ενωμένα και συνιστούν το βασικό αντικείμενο της μεταλλοτεχνίας. Η χρήση των μετάλλων συνδέεται απόλυτα με την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος οφείλει το έναυσμα του στην αξιοποίηση των πολύτιμων αυτών υλικών. Ο άνθρωπος μελέτησε και θα μελετά αδιάλειπτα τις ιδιότητες και τις δυνατότητες που του προσφέρουν τα μέταλλα. Το αποτέλεσμα των μακροχρόνιων ερευνών του είναι να έρχονται συνεχώς στην επιφάνεια καινούργια μέταλλα και κράματα μετάλλων με ποικίλες προοπτικές αξιοποίησης.

Η μεταλλοτεχνία ως τέχνη και επιστήμη περιλαμβάνει όλα τα δημιουργήματα από μέταλλο. Βέβαια όσον αφορά τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα αυτά συνηθίζεται να μελετώνται από την γλυπτική. Για τα μικρότερου μεγέθους αντικείμενα, κατασκευασμένα από πολύτιμα μέταλλα ή κράματα μετάλλων με συνηθέστερο τον ορείχαλκο, χρησιμοποιείται ο όρος τορευτική και τορεύματα. Στη συγκεκριμένη κατηγορία συμπεριλαμβάνονται μεταλλικά αγγεία και σκεύη, κοσμήματα, νομίσματα ακόμα και πλαστική μικρών διαστάσεων με τη μορφή αγαλματιδίων, που χρησιμοποιούνταν ως αναθήματα σε ιερά. Θα μπορούσαμε επίσης στην τορευτική να εντάξουμε και εργαλεία τα οποία φέρουν πάνω τους κάποιου είδους διακόσμηση. Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα, σώζεται πλήθος τέτοιων αντικειμένων, τα οποία προέρχονται κυρίως από ταφικά κτερίσματα, είτε βρίσκονται συγκεντρωμένα σε ειδικούς χώρους, είτε διάσπαρτα στο έδαφος. Για παράδειγμα η Χαλκοθήκη, πλησίον του Παρθενώνα, ήταν κτήριο όπου φυλάσσονταν τα μεταλλικά αναθήματα στην Αθήνα. Από καταλόγους μαθαίνουμε για το πλήθος, την ποικιλομορφία και τη μεγαλοπρέπεια αυτών των αντικειμένων.

Τα κυριότερα μέταλλα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την αρχαιότητα και βρίσκονται σε χρήση ακόμα και σήμερα ήταν τα αυτοφυή, δηλαδή αυτά που βρέθηκαν ελεύθερα στην επιφάνεια της γης. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε ο χρυσός, ο οποίος χάρη στη μαλακή σύσταση που διέθετε ήταν κατάλληλος για την κοσμηματοποιία, την νομισματοκοπία, τον στολισμό διαφόρων αντικειμένων, την αγαλματοποιία και την κατασκευή αντικειμένων πολυτελείας. Σε αντίθεση, ο σίδηρος, που ήταν πιο σκληρός, καθιστούσε την κατεργασία του δύσκολη, για αυτό τον λόγο και αξιοποιήθηκε στην κατασκευή εργαλείων και όπλων. Άλλο ένα σημαντικό μέταλλο ήταν ο χαλκός, ο οποίος βέβαια χρησιμοποιήθηκε ως κρατέρωμα, δηλαδή αναμεμειγμένος με άλλα υλικά, όπως ο κασσίτερος, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μπρούντζου. Χρησιμοποιήθηκε στην ανδριαντοποιία, στην οπλοποιία και σε διάφορα άλλα αντικείμενα, όπως σφραγίδες, τρίποδες, λέβητες κ.ά. Ο κασσίτερος χρησιμοποιήθηκε μόνος του ή σε κράμα με μόλυβδο για την παραγωγή ιατρικών εργαλείων. Ήταν, όμως, πολύ σπάνιος και εισαγόταν πιθανότατα από τη Βρετανία, την Ιβηρική ή το Αφγανιστάν. Εξίσου σημαντικός ήταν και ο άργυρος, ο οποίος όντας πολύτιμος όπως και ο χρυσός, συναντάται στην κατασκευή νομισμάτων και κοσμημάτων.

Προϊστορική Περίοδος

Κάνοντας μια αναδρομή στην ιστορία, βλέπουμε ότι ο άνθρωπος άργησε πολύ να αντιληφθεί την αξία των μετάλλων. Ήρθε σε επαφή με αυτά και άρχισε δειλά-δειλά να τα χρησιμοποιεί μόλις οκτώ χιλιάδες χρόνια πριν. Έως τότε, κάλυπτε τις ανάγκες του σε όπλα και εργαλεία με άλλα υλικά όπως οι λίθοι, τα ξύλα και τα οστά. Με τη δημιουργία των πρώτων εργαλείων του ο άνθρωπος έθεσε τα θεμέλια του πρώτου προϊστορικού πολιτισμού. Κατά τη Νεολιθική εποχή, ανακάλυψε για πρώτη φορά μέταλλα, τα οποία τον βοήθησαν στην κατασκευή καλύτερων εργαλείων και όπλων, με αποτέλεσμα να σημειωθεί το πέρασμα από την προϊστορία στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.
Η εισαγωγή των μετάλλων στη ζωή του ανθρώπου ήταν καθοριστικής σημασίας και σηματοδοτεί το πέρασμα σε μία νέα εποχή, την Εποχή του Χαλκού, η όποια πήρε το όνομα της από αυτό ακριβώς το γεγονός. Το μεγαλύτερο κέντρο ανάπτυξης του πολιτισμού των μετάλλων εκείνης της εποχής, ήταν η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Αυτό οφείλεται, πρώτον, στη γεωγραφική θέση της περιοχής, καθώς αποτελούσε σταυροδρόμι που ευνοούσε τις μετακινήσεις και την ανταλλαγή ιδεών και γνώσεων στον τομέα της μεταλλοτεχνίας ανάμεσα στους λαούς. Δεύτερον, το έδαφος ήταν πλούσιο σε μέταλλα και κυρίως ευγενή μέταλλα, τα οποία εμφανίζονταν επιφανειακά είτε αυτοφυή, είτε σε μεταλλεύματα. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες οδήγησαν στη γρήγορη ανάπτυξη της τέχνης του μετάλλου.

Αυτό όμως που πραγματικά βοήθησε των άνθρωπο να κατακτήσει πλήρως τα μέταλλα ήταν η ανακάλυψη της αναγωγής των οξειδίων και των ανθρακικών μεταλλευμάτων, καθώς έτσι μπορούσε να έχει στη διάθεση του περισσότερο μέταλλο και να το επεξεργάζεται με περισσότερους τρόπους. Η ανακάλυψη που άλλαξε τις τεχνικές ικανότητες του ανθρώπου έγινε τυχαία, στα τέλη της Νεολιθικής εποχής. Υπάρχουν δύο εκδοχές. Κατά την πρώτη εκδοχή, από πυρκαγιές δημιουργήθηκαν συμπαγείς μεταλλικές μάζες, οι οποίες παρακίνησαν τον άνθρωπο να δοκιμάσει ίδια μεταλλεύματα στην πυρά και να ανακαλύψει την αναγωγή. Ενώ η δεύτερη εκδοχή, που είναι και η επικρατέστερη, αναφέρεται στην παρατήρηση παραγωγών ξυλανθράκων, οι οποίοι προκείμενου να σβήσουν τα πυρακτωμένα ξύλα τοποθετούσαν πάνω τους χαλκούχα μεταλλεύματα.

Έτσι, ο άνθρωπος πέρασε από την περίοδο των λίθων σε αυτή των μετάλλων. Η μετάβαση όμως δεν έγινε ταυτόχρονα σε όλον τον κόσμο, αλλά σταδιακά ανά περιοχές και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, που μπορούσαν να απέχουν μεταξύ τους χιλιάδες χρόνια. Στον ελλαδικό χώρο, κατά την προϊστορική μεταλλική περίοδο αναπτύχθηκαν κάποιοι από τους σημαντικότερους πολιτισμούς. Έτσι, κατά την 3η με 2η χιλιετία π.Χ. αναπτύχθηκε ο μινωικός πολιτισμός στην Κρήτη και ο κυκλαδικός στις Κυκλάδες, ενώ κατά το 2ο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίζεται ο μυκηναϊκός πολιτισμός στην Πελοπόννησο, ο οποίος άσκησε σημαντική επιρροή σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Οι συγκεκριμένοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν χάρη στο υψηλό επίπεδο του νεολιθικού πολιτισμού που προηγήθηκε και έθεσε τα θεμέλια για την άνθηση των σπουδαίων συνεχιστών του. Ο χαλκός ήταν αυτός που συνέβαλλε στην εξάπλωση των πολιτισμών και την επικοινωνία τους, καθώς επέτρεψε στον άνθρωπο τη ναυπήγηση κατάλληλων πλοίων για μακρινές αποστάσεις.

Οι πολιτισμοί εκείνης της εποχής ανέπτυξαν σπουδαίες γνώσεις για τα μέταλλα και τον χειρισμό τους. Μετέτρεψαν την επεξεργασία του μετάλλου σε τέχνη, θέτοντας τα θεμέλια για τη σημερινή επιστήμη της μεταλλοτεχνίας. Το μέταλλο αξιοποιήθηκε σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, από την πιο απλή και καθημερινή μέχρι εκείνες που προσέδιδαν κύρος και πολυτέλεια.

Τα πρώτα αντικείμενα που έφτιαξε ο άνθρωπος με το καινούργιο υλικό που έφτασε στα χέρια του, το μέταλλο, ήταν εργαλεία και όπλα, τα οποία έως τότε κατασκευάζονταν κυρίως από λίθους. Τα μέταλλα και συγκεκριμένα ο ορείχαλκος, που χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην κατασκευή εργαλείων, χάρη στην ελατότητά του και την ρευστότητα που του προσέδιδε η φωτιά, οδήγησε στην κατασκευή πιο εξελιγμένων εργαλείων, πιο ανθεκτικών και αποδοτικών, συγκριτικά με εκείνα που κατασκευάζονταν από πέτρες και άλλα υλικά. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ο σίδηρος, ο οποίος κάνει τα εργαλεία πιο κοφτερά και ανθεκτικά. Επιπλέον, κατασκευάστηκε σιδερένιο υνί (αιχμηρό εργαλείο που αποτελεί τμήμα ενός αλετριού) το οποίο έφερε σημαντικές αλλαγές στην γεωργία. Τα εργαλεία, πλέον, μπορούσαν να επεξεργαστούν οποιοδήποτε υλικό, από ξύλο, μάρμαρο ή κάθε λογής πέτρα. Ο σίδηρος χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στα όπλα της εποχής, όπως ξίφη, μαχαίρια κ.ά., τα όποια έγιναν πιο αιχμηρά και επικίνδυνα. Στα Ομηρικά έπη περιγράφονται τα αργυρόηλα ξίφη των Αχαιών, κατασκευασμένα από ορείχαλκο και διακοσμημένα με ασημένια καρφιά, που έχουν βρεθεί σε σημαντικά μυκηναϊκά ταφικά σύνολα.

Τα μέταλλα χρησιμοποιήθηκαν και στην κατασκευή αντικειμένων καθημερινής χρήσης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι τριποδικοί λέβητες. Πρόκειται για μεγάλα αγγεία, κατά κανόνα χάλκινα, σφυρήλατα με χυτά πόδια. Αποτελούσαν συνήθως αναθήματα στα μεγάλα ιερά της εποχής.

Στον τομέα της πλαστικής έχουμε μικρού μεγέθους ειδώλια. Συχνό θέμα αποτελεί η μορφή του πολεμιστή, όμως ιδιαίτερα διαδεδομένα είναι και τα ειδώλια που απεικονίζουν τερατόμορφα ή μυθικά όντα. Γνωστά επίσης στην κατηγορία των ειδωλίων είναι τα χάλκινα ιππάρια, δηλαδή μορφές αλόγων αποδοσμένες με αφαιρετικό και σχηματικό τρόπο.
Η κοσμηματοποιία ήταν ο κλάδος της δραστηριότητας του ανθρώπου που μετέτρεψε την επεξεργασία του μετάλλου σε τέχνη. Διακρίθηκε από αριστουργήματα άρτια διακοσμημένα που χαρακτηρίζονταν από πολυτέλεια. Στη μεγαλοπρέπεια των κοσμημάτων συνέβαλαν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, όπως ο χρυσός και ο άργυρος. Ένα σπουδαίο δείγμα χρυσοχοΐας της εποχής του Χαλκού είναι ένα ζεύγος χρυσών ενωτίων (σκουλαρίκια), στα οποία συναντάμε δύο ιδιαίτερα απαιτητικές τεχνικές, την κοκκίδωση (επικόλληση μικρών σφαιριδίων χρυσού στην επιφάνεια του κοσμήματος) και την συρματερή (απλές ή πολλαπλές σειρές χρυσού σύρματος στην επιφάνεια του κοσμήματος). Εξίσου σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η χρυσή προσωπίδα που βρέθηκε στις Μυκήνες, η οποία χρονολογείται στο 1550-1500 π.Χ. και αποδίδεται στον Αγαμέμνονα.

Η μεταλλοτεχνία συνέβαλλε θετικά στην οικοδομική και την ναυπηγική, όπου τα καρφιά, χάλκινα, μπρούτζινα και σιδερένια, κατέστησαν δυνατή την κατασκευή καλύτερων σπιτιών και οχυρώσεων και τη ναυπήγηση πλοίων ανθεκτικών, κατάλληλων να διασχίζουν τις θάλασσες της Μεσογείου. Τα μέταλλα χρησιμοποιήθηκαν μάλιστα και ως πρόδρομοι των νομισμάτων προς τους τελευταίους αιώνες της προϊστορίας. Αυτό συνέβη εξαιτίας της μεγάλης τους αξίας, που τους προσέδωσε και ανταλλακτική αξία. Το φαινόμενο αυτό ξεκίνησε από την ανατολή και συγκεκριμένα από τους Βαβυλώνιους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν σφραγισμένους ράβδους από χρυσό και άργυρο για τις ανταλλαγές τους. Στον μυκηναϊκό κόσμο χρησιμοποιήθηκε το τάλαντον. Πρόκειται για μια πλάκα μετάλλου (συνήθως από ορείχαλκο) σε σχήμα που θυμίζει απλωμένο δέρμα βοδιού. Στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. εισάγεται στον ελλαδικό χώρο η χρήση των οβελών (μετάλλινων ράβδων σε σχήμα σούβλας), που αποτελούσαν το κύριο μέσο συναλλαγής (έξι οβελοί ισούνται με μια δραχμή). Κατά το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. έχουμε για πρώτη φορά καθιέρωση του νομίσματος στην περιοχή της Λυδίας.

Αρχαϊκή Περίοδος

Με το πέρασμα στην Αρχαϊκή περίοδο βρίσκουμε τη μεταλλοτεχνία σε στάδιο εξέλιξης. Σημαντικό προβάδισμα πρόσφερε τον 7ο αι. π.Χ. η ανακάλυψη ενός Χιώτη χαλκοπλάστη, του Γλαύκου. Εκείνος παρατήρησε τις ιδιότητες που αποκτούσε ο σίδηρος σε επαφή με φωτιά και νερό και ανακάλυψε τον τρόπο συγκολλήσεως του, γεγονός που βοήθησε πολύ στην εξέλιξη της σιδηρουργίας.

Ο σίδηρος αντικατέστησε σχεδόν όλα τα προηγούμενα υλικά κατασκευής των εργαλείων. Τα βελόνια, τα ψαλίδια, τα μαχαίρια, τα πελέκια, τα υνιά, οι σκαπάνες, οι γερές αλυσίδες, τα καλέμια, τα σφυριά, οι σμίλες, τα πριόνια και πολλά άλλα εργαλεία που ήταν απαραίτητα για τις καθημερινές δραστηριότητες του ανθρώπου, όλα έπρεπε να είναι σιδερένια, για να είναι πιο ανθεκτικά κι αποδοτικά. Βέβαια λόγω της φθοράς του σιδήρου με το σκούριασμα, δεν έχουν φτάσει στα χέρια μας πολλά δείγματα σιδηρουργίας. Μπορούμε ωστόσο να δημιουργήσουμε μια εικόνα από τα έργα που δημιουργήθηκαν με τα εργαλεία της περιόδου.

Τον 7ο αι. π.Χ. δημιουργήθηκαν πολλά εργαστήρια παραγωγής όπλων. Για την κατασκευή των όπλων χρησιμοποιήθηκε σίδηρος για τα κοφτερά και αιχμηρά (όπως άκρες ακοντίων, ξίφη, κ.λπ.), χαλκός, μπρούντζος και άργυρος για τα ελασματικά (ασπίδες, θώρακες, περικεφαλαίες, κ.λπ.) και χρυσός για τη διακόσμησή τους. Η ποικιλία σε τύπους και είδη όπλων ήταν μεγάλη εκείνη την περίοδο. Ξακουστά ήταν τα σπαθιά της Χαλκίδας και οι πανοπλίες της Κορίνθου.

Στα αντικείμενα καθημερινής χρήσης ο τριποδικός λέβης της προηγούμενης περιόδου γίνεται κατά τον 7ο αι. π.Χ. βαθύτερος και αποκτά πιο κλειστό σχήμα, δηλαδή το χείλος του στρέφεται προς τα μέσα. Η διακόσμηση τέτοιου είδους σκευών χαρακτηρίζεται από επιθήματα σε σχήμα προτομής γρύπα ή λιονταριού, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έχουμε και την μορφή σειρήνας ή σφίγγας. Τον 6ο αι. π.Χ. παρατηρείται εξαγωγή ελληνικών έργων μεταλλοτεχνίας, με παράδειγμα τον κρατήρα του Vix, από τη Γαλλία. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα μετάλλινα αγγεία, κατασκευάστηκε με τη μέθοδο της σφυρηλάτησης, με εξαίρεση τη βάση, τις λαβές, το χείλος και τη ζωφόρο με την παρέλαση οπλιτών και αρμάτων στο λαιμό, τα οποία είχαν χυτευτεί ξεχωριστά και συναρμολογήθηκαν όλα μαζί στον τόπο εξαγωγής.

Στην κοσμηματοτεχνία ο χρυσός και ο άργυρος εξακολουθούν να κατέχουν εξέχουσα θέση, όπως επίσης και οι τεχνικές της κοκκίδωσης και της συρματερής. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο παρατηρούμε τόσο στα κοσμήματα όσο και στην τέχνη, γενικότερα, μια επιρροή από την Ανατολή. Εισάγονται εικονογραφικά θέματα βασισμένα σε μυθολογικά τέρατα, διάφορες μορφές ζώων και πολυχρωμία. Εντυπωσιακή επίσης είναι η τάση για διακόσμηση με ογκώδη ανάγλυφα ή σχεδόν ελεύθερα μικρογλυπτά. Τον 6ο αι. π.Χ. αποσύρεται η ανατολίζουσα τάση στην τέχνη και δίνεται έμφαση στο γεωμετρικό σχέδιο και τις απρόσωπες φυτικές σχηματικές παραστάσεις.

Στην Αρχαϊκή εποχή, τα νομίσματα χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως. Τα πρώτα νομίσματα ήταν από ήλεκτρον. Είχαν στρογγυλό δισκοειδές σχήμα και οι παραστάσεις που έφεραν περιελάμβαναν ζώα και φυτά, τα οποία σχετίζονταν με τα σύμβολα των πόλεων κοπής των νομισμάτων.

Κλασική Περίοδος

Κατά την Κλασική εποχή, ένα συγκεκριμένο μέταλλο ξεχωρίζει και γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα κρατέρωμα, δηλαδή κράμα χαλκού με κασσίτερο, που δημιουργεί τον μπρούντζο. Το υλικό αυτό χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στην κατασκευή αγαλμάτων μαζί με μια νέα τεχνική, την ονομαζόμενη τεχνική του χαμένου κεριού. Έως τότε οι καλλιτέχνες κατασκεύαζαν τα χάλκινα αγάλματα και αντικείμενα σφυρηλατώντας σε ελάσματα τα μέρη τους και έπειτα τα ένωναν. Η συγκεκριμένη τακτική όμως παρουσίαζε δυσκολίες. Με την τεχνική του χαμένου κεριού η πλαστική γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. Η διαδικασία ξεκινά φτιάχνοντας από πηλό ένα αδρό πρόπλασμα της τελικής μορφής. Στη συνέχεια, πλάθεται η μορφή από κερί γύρω από τον πυρήνα με όλες τις λεπτομέρειες, ανατομικές και ενδυμασίας. Έπειτα το γλυπτό καλύπτεται από ένα παχύ στρώμα πηλού, ώστε να σχηματιστεί μια μήτρα. Στην κατασκευή υπάρχουν κάποιοι ειδικοί αγωγοί μέσω των οποίων διοχετεύεται λιωμένο μέταλλο στη μήτρα, το οποίο παίρνει τη θέση του κεριού που λιώνει, «χάνεται». Όταν το μέταλλο πάρει στερεά μορφή, η μήτρα αφαιρείται και το γλυπτό ολοκληρώνεται με μια τελική επεξεργασία απόδοσης λεπτομερειών. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα αφήνοντας πίσω της σπουδαία δημιουργήματα. Τέτοια παραδείγματα είναι ο Δίας του Αρτεμισίου, άγαλμα που φημίζεται για το φυσιοκρατικό πλάσιμο της ανατομίας, χαρακτηριστικό που αποδίδεται χάρη στις ιδιότητες του μπρούντζου. Άλλο ένα σημαντικό παράδειγμα είναι ο Έφηβος των Αντικυθήρων, με την ογκηρή διαμορφωμένη μυολογία του και τις διάφορες ερμηνείες για την ταύτιση του (Περσέας ή Πάρις). Κατά την κλασική περίοδο αξιοσημείωτα είναι και τα αγάλματα, κατασκευασμένα από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Η συγκεκριμένη κατηγορία χαρακτηρίζεται από πολυτέλεια, μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητα. Σπουδαίος καλλιτέχνης ο Φειδίας και σπουδαία γλυπτά η Αθηνά Παρθένος στον Παρθενώνα και ο Δίας στον ναό της Ολυμπίας.

Η κατασκευή μετάλλινων αγγείων και σκευών γνώρισαν μεγάλη άνθηση κατά τον 5ο αι. π.Χ. και χρησιμοποιήθηκαν παρόμοια σχήματα με αυτά των κεραμικών αγγείων από αγγεία πόσεως όπως κύλικες, κάνθαροι, μέχρι υδρίες, λέβητες, κρατήρες. Τα ορειχάλκινα, αργυρά και χρυσά αγγεία ήταν συνήθως ακόσμητα, με εξαίρεση κάποιες ραβδώσεις ή άλλα έκτυπα κοσμήματα. Τα σωζόμενα δείγματα είναι ελάχιστα λόγω της ανταλλακτική τους αξίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο ορειχάλκινος ελικωτός κρατήρας από το Δερβένι. Το σώμα του είναι σφυρήλατο ενώ οι λαβές, η βάση και τα τέσσερα επίθετα αγαλμάτια είναι χυτά. Διαθέτει επίθετα φύλλα αργύρου και καθαρού χαλκού και φέρει παράσταση με τον γάμο του θεού Διονύσου και της Αριάδνης. Το κράμα του συγκεκριμένου αγγείου έχει ειδική σύνθεση, με μεγάλη περιεκτικότητα σε κασσίτερο, με αποτέλεσμα ο κρατήρας να φαίνεται επίχρυσος.

Στην κοσμηματοτεχνία ως πρώτη ύλη έχουμε κυρίως τον χρυσό, που κατά την κλασική περίοδο προέρχεται κατά κύριο λόγο από τη Μ. Ασία, την Κολχίδα και τη Μακεδονία. Τον 5ο αι. π.Χ. έχουμε υποχώρηση της υπερβολικής διακόσμησης στα κοσμήματα, τα σχήματα τους πλέον γίνονται απλούστερα, με μικρότερο όγκο και ισορροπημένα. Εισάγεται το γλυπτό εξάρτημα σε περιδέραια και ενώτια, ενώ ο χαρακτηριστικός τύπος είναι τα περιδέραια με πλεκτή αλυσίδα και λογχόσχημα ή καρπόσχημα εξαρτήματα. Από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. έχουμε τη χρυσή εποχή των κοσμημάτων με αφθονία πρώτης ύλης και τεχνολογική εξέλιξη. Αυτή την περίοδο ξεχωρίζουν για την παραγωγή τους ο Εύξεινος Πόντος και όλη η περιοχή μέχρι τη Κασπία Θάλασσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής είναι το χρυσό ενώτιο (σκουλαρίκι) με παράσταση Νίκης που οδηγεί άμαξα. Εδώ έχουμε ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της περιόδου, που τα σκουλαρίκια φέρουν ως διάκοσμο ολόκληρα μικρόγλυπτα εξαρτήματα. Άλλο ένα παράδειγμα είναι το χρυσό ψέλιον (βραχιόλι) με πέτρα σε σχήμα σφίγγας από την Κριμαία.

Στη νομισματοκοπία των κλασικών χρόνων κυριαρχούν η θεματογραφία και η τεχνοτροπία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την αρχαϊκή περίοδο. Τα νομίσματα έπρεπε να αναπαράγουν αναγνωρίσιμους τύπους, για να διασφαλίζεται η εγκυρότητα τους. Η κάθε πόλη μπορούσε να έχει δικά της σύμβολα. Στην περίπτωση της Αθήνας έχουμε από την μία πλευρά την κεφαλή της Αθηνάς και από την άλλη την γλαύκη (κουκουβάγια). Οι Σικελικές πόλεις ανέπτυξαν με νέες τεχνικές χάραξης ιδιαίτερες δημιουργίες, με πολλά νομίσματα να είναι υπογεγραμμένα από τους χαράκτες τους όπως ο Εύθυμος, ο Ευαίνετος και ο Κίμων. Από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. το αθηναϊκό νόμισμα άρχισε να χάνει τον ηγεμονικό του ρόλο στις συναλλαγές τον οποίο και κατεκτησαν τα αργυρά τετράδραχμα και οι χρυσοί στατήρες του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας και μετέπειτα του γιου του, Αλεξάνδρου.

Ελληνιστική περίοδος

Κατά την ελληνιστική εποχή συνεχίζεται η χρήση κραμάτων χαλκού με κασσίτερο και μόλυβδο, με τον δεύτερο να καταλαμβάνει εξέχουσα θέση. Οι ανάγκες σε χαλκό καλύπτονταν κυρίως από κοιτάσματα της Κύπρου. Σε έντονη χρήση είναι επίσης ο σφυρήλατος σίδηρος.

Στην πλαστική τα μεγάλα ορειχάλκινα αγάλματα εγκαταλείπονται και τη θέση τους καταλαμβάνουν έφιπποι ανδριάντες, διακοσμητικά αγαλματίδια, αντίγραφα και προτομές, κατόπιν ιδιωτικών παραγγελιών. Τέτοιο παράδειγμα είναι η ορειχάλκινη κεφαλή πυγμάχου από το ιερό της Ολυμπίας που αποδίδεται στον χαλκοπλάστη Σιλανίωνα. Η κεφαλή στεφανώνεται από κλαδί ελιάς, έχει πυκνά σγουρά μαλλιά και μουστάκι με γενειάδα. Τα μάτια είναι μικρά και ρυτιδιασμένα. Έχουμε απόλυτα ρεαλιστική απόδοση της μορφής χωρίς διάθεση ωραιοποίησης.

Η τυπολογία και η μορφολογία των κοσμημάτων της ελληνιστικής περιόδου ακολουθούν εκείνη της κλασικής, δηλαδή έχουμε περιδέραια, ενώτια (σκουλαρίκια), διαδήματα (στέμματα), ψέλια (βραχιόλια) και δαχτυλίδια με την εικονογραφία τους να παραμένει σταθερή στο γεωμετρικό ή φυτικό κόσμημα. Η καινοτομία είναι ότι τα κοσμήματα πλέον γίνονται πιο βαρύτιμα και επιζητούν την προσοχή μέσω της πολυχρωμίας. Αυτό επιτυγχάνεται με την προσθήκη πολύτιμων λίθων επί των κοσμημάτων, όπως γρανάτης, κορναλίνης, αμέθυστος, ορεία κρύσταλλος, γυαλί και πολλά άλλα. Έτσι δημιουργούνται τα διάλιθα κοσμήματα, που αποτελούν τα τυπικότερα δείγματα της ελληνιστικής κοσμηματοτεχνίας. Άλλο ένα χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής είναι τα διαδήματα με κεντρικό θέμα το ηράκλειο άμμα, το οποίο μιμείται τον τυπικό κόμβο του Ηρακλή.

Το ελληνιστικό νόμισμα ακολουθεί την κλασική παράδοση με ορισμένες διαφοροποιήσεις και καινοτομίες. Αυτό συμβαίνει γιατί με την επικράτηση του Μ. Αλέξανδρου και την επέκταση της κυριαρχίας του, το νόμισμα γίνεται πλέον διεθνές όργανο άσκησης οικονομικής πολιτικής και διπλωματίας. Δημοφιλή είναι τα αργυρά τετράδραχμα του Αλεξάνδρου με προτομή του Ηρακλή στον εμπροσθότυπο και τον ένθρονο Δία στον οπισθότυπο, όπως και οι χρυσοί στατήρες που απεικονίζουν την προτομή της Αθηνάς με κορινθιακό κράνος στον εμπροσθότυπο και φτερωτή Νίκη με στεφάνι στον οπισθότυπο. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, εκδόθηκαν νομίσματα με την κεφαλή του καθώς οι διάδοχοί του επιχειρούσαν να προβάλουν τη σύνδεση μαζί του, γεγονός που προσέδιδε νομιμότητα στην ηγεμονία τους. Τέτοιοι διάδοχοι ήταν ο Πτολεμαίος Α’ της Αιγύπτου και ο Λυσίμαχος της Θράκης.

Ρωμαϊκή Περίοδος

Κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, η ελληνική μεταλλοτεχνία βρίσκεται σε παρακμή και πλήρη πτώση. Οι κατακτητές απαγόρευσαν ολότελα κάποιους κλάδους όπως τη νομισματοκοπία, επιβάλλοντας το δικό τους χρυσό δηνάριο και την οπλοποιία. Όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι περιορίστηκαν αρκετά και οδηγήθηκαν σε μαρασμό. Για παράδειγμα η κοσμηματοτεχνία και η ανδριαντοποιία ακολούθησαν τα πρότυπα της αρχαιοελληνικής περιόδου, ενώ η σιδηρουργία συνέχισε να εξυπηρετεί τις ανάγκες σε εργαλεία και σιδηροκατασκευές.

Βυζαντινή περίοδος

Δύο συγκεκριμένα μέταλλα είναι αυτά που πρωτοστάτησαν στη μεταλλοτεχνία του Βυζαντίου, ο χρυσός και ο άργυρος. Για την κάλυψη των αναγκών της αυτοκρατορίας σε χρυσό και άργυρο δεν έφταναν τα μεταλλεία της, αλλά πραγματοποιούνταν εισαγωγές των πολύτιμων αυτών υλικών σε μεγάλες ποσότητες από τη Δύση. Αυτό συνέβαινε καθώς η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε το διαμετακομιστικό και εμπορικό κέντρο ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία. Εκεί έφθαναν τα εμπορεύσιμα αγαθά και ολοκληρωνόταν η πληρωμή τους πριν μεταφερθούν στον τελικό προορισμό τους.

Η μεταλλοτεχνία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τη βυζαντινή περίοδο. Αυτό που την έκανε να διαφέρει από τις παλαιότερες εποχές, είναι ότι τώρα εστιάζει στην κάλυψη εκκλησιαστικών αναγκών και χαρακτηρίζεται από μεγάλη χλιδή και πολυτέλεια. Από χρυσό και άργυρο κατασκευάζονται όλων των ειδών τα σκεύη, από τα πιο απλά μέχρι εκείνα που χρησιμοποιούνται για την τέλεση μυστηρίων, όπως το θυμιατό, το μυροδοχείο, οι δίσκοι του αντίδωρου, ο σταυρός της ευλογίας, το δισκοπότηρο, το αρτοφόριο, η κολυμβήθρα, το αντιμήνσιο, τα ιερά άμφια και άλλα πολλά. Ο χρυσός επίσης χρησιμοποιήθηκε και σε μεγαλύτερα έργα όπως άμβωνες, τέμπλα ή Αγίες Τράπεζες σε ναούς, τα οποία βέβαια έχουν χαθεί. Σε περιόδους κρίσης, οι βυζαντινοί έλιωναν τα παραπάνω αντικείμενα για να χρησιμοποιήσουν το πολύτιμο υλικό τους προς αντιμετώπιση οξύτατων οικονομικών προβλημάτων. Πολλά, επίσης, από αυτά μεταφέρθηκαν στη Δύση μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και σώζονται μέχρι και σήμερα σε μουσεία της Ευρώπης.

Ένα πολύ καλό παράδειγμα αποτελεί το θυμιατήρι από επιχρυσωμένο ασήμι σε σχήμα τρουλαίου κτίσματος, που σήμερα βρίσκεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ποιότητα και επεξεργασία. Είναι διακοσμημένο με κοσμικά θέματα, στην μπροστινή πλευρά φέρει τις μορφές της Φρόνησης και της Ανδρείας και πιθανότατα η χρήση του ήταν αυτή ενός αρωματοκαύστη, δηλαδή χρησίμευε για να καίγεται αρωματικό λιβάνι. Άλλο ένα σημαντικό παράδειγμα είναι ο εκκλησιαστικός χρυσός δίσκος με παράσταση Σταύρωσης, που βρίσκεται σήμερα στον καθεδρικό ναό του Halberstadt, στη Γερμανία.

Ανάλογα αντικείμενα κατασκευάζονταν και από ευτελέστερα μέταλλα όπως για παράδειγμα ο χαλκός, ώστε να είναι προσβάσιμα από ένα ευρύτερο αγοραστικό κοινό. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα χάλκινα χυτά πλακίδια με θρησκευτικά θέματα που αντέγραφαν ιερά κειμήλια. Άλλη μια ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι χάλκινες θύρες. Πρόκειται για χάλκινους διακοσμημένους πίνακες πάνω σε ξύλινα θυρόφυλλα. Πολλές από αυτές αποτέλεσαν αντικείμενα εξαγωγής, γεγονός που συμπεραίνουμε από τα πολυάριθμα σωζόμενα δείγματα στην Ιταλία.

Ως προς τις τεχνικές επεξεργασίας των μετάλλων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των εκκλησιαστικών αντικειμένων μπορούμε να πούμε ότι είναι ίδιες με αυτές της αρχαιότητας. Στη βυζαντινή μεταλλοτεχνία έχουμε, όμως, μια καινοτομία, τη χρήση του σμάλτου. Πρόκειται για ένα λεπτό διακοσμητικό στρώμα γυαλιού πάνω σε μεταλλική επιφάνεια.

Το νομισματικό σύστημα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας βασιζόταν κατά κύριο λόγο σε αυτό της Ρωμαϊκής, που χαρακτηριζόταν από άφθονο χρυσό. Το βασικό νόμισμα του Βυζαντίου ήταν η χρυσή λίβρα, που αποτελούνταν εξολοκλήρου από χρυσό. Από το 1000 και μετά που ξεκινά η παρακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το νόμισμα ακολουθεί την ίδια πορεία. Ξεκινούν οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις, που προέβλεπαν τη μείωση της ποσότητας χρυσού στα νομίσματα, γεγονός που επέφερε κιβδηλεία σε μεγάλο βαθμό.

Εργασία της Άντζελας Μπρούσκα, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη

ΠΗΓΕΣ

Δ. Πλάντζος, Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία 1200-30 π.Χ. Αθήνα: Εκδόσεις Καπόν (2016)

https://www.eef.edu.gr/media/2384/e_h00065.pdf

https://www.orykta.gr/istoria/istoria-ellinikis-metalleias/65-arxaioellhnikh-metallotexnia

http://www.ime.gr/chronos/05/gr/culture/1600metal_intro.html

http://www.ime.gr/chronos/05/gr/culture/1620metal_toreut.html

http://www.ime.gr/chronos/05/gr/culture/1630metal_jwels.html

http://www.fhw.gr/chronos/02/mainland/gr/mg/technology/metallurgy/index.html

https://core.ac.uk/download/pdf/132821992.pdf

https://www.orykta.gr/istoria/istoria-ellinikis-metalleias/41-proistoria-kai-prwtoistoria

https://www.orykta.gr/istoria/istoria-ellinikis-metalleias/66-romaiokratia

http://www.ime.gr/chronos/09/gr/pl/1081/t/main/t27.html

http://www.elxefsis.com/index.php/el/texni/ekklisiastiki-texni/156-skevi