Δευτέρα, 06 Αυγούστου 2018

Ο Άρχοντας στον Πόλεμο στα χρόνια πριν την Ιστορία

Ο Άρχοντας στον Πόλεμο στα χρόνια πριν την Ιστορία

Ο άρχοντας σηκώθηκε πριν χαράξει ο ήλιος. Παραμέρισε το πανί που εκανε χρέη πόρτας στο μεγάλο του αντίσκηνο και βγήκε έξω στο παχύ χορτάρι στο μεγάλο λιβάδι δίπλα στη θάλασσα.

Έξι φορές είχαν κάνει κύκλο οι εποχές από την ώρα που είχαν πατήσει το πόδι τους σε τούτο τον τόπο, αναζητώντας εκδίκηση επειδή ένα άγνωστο πριγκιπόπουλο, ατίμασε τον μεγάλο και τρανό Μενέλαο, αδερφό του Άνακτα και αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα, αρπάζοντάς του την όμορφη, κατά πως λένε γυναίκα .

Περπάτησε κατά τη θάλασσα κι έκατσε εκεί, ώρα πολύ, κοιτώντας την. Πίσω από τα κύματα που έσκαγαν στη στεριά, πίσω και πέρα από την ομίχλη της δύσης, από τον αχνό ορίζοντα, ήταν η χώρα του, η πατρίδα του. Ήταν το ανάκτορό του κι η δική του γυναίκα, τα δικά του παιδιά. Πίσω εκεί, ήταν η ζωή του που γλιστρούσε μέρα τη μέρα, σαν άμμος από την παλάμη, για το καλό των Αχαιών.

Γύρισε βαρύς στη σκηνή του και φώναξε τους υπηρέτες του να τον ετοιμάσουν. Είχαν πληροφορίες ότι ο Έκτορας θα έβγαινε από τα τείχη σήμερα να δοκιμάσει την ετοιμότητα και τις αντοχές των πολιορκητών του κι έπρεπε να βιαστεί.

Τον έπλυναν, του βούρτσισαν τα πλούσια, κατσαρά, μαύρα μαλλιά, του πλέξαν στις άκρες των βοστρύχων του, χάντρες από ήλεκτρο φερμένο από τον παγωμένο βορρά, εκεί όπου ο Φοίβος κρύβεται πριν επιστρέψει ορμητικός και καταλάβει τη θέση του στους πλουμιστούς ναούς του, τον αρωμάτισαν, του πέρασαν το κορμί με λάδια και βότανα από την Κρήτη και την Αίγυπτο κι από της Χαναάν τον τόπο. που προστατεύουν από κακό και από επιπόλαια τραύματα κι ύστερα του φόρεσαν το μάλλινο κατάσαρκα, κι από πάνω το λεπτό λινό, κι ύστερα τα σφυρήλατα φύλλα από κασσίτερο και χαλκό, που έφταναν στο μέγαρο από χώρες μακρινές, πίσω και πέρα από του Ηρακλή τις Πύλες. Πρώτα στην πλάτη, κι ύστερα στο θώρακα, μετά τις φάσες, τρείς στον αριθμό μπροστά κι άλλες τόσες από πίσω. Μετά του κρέμασαν τα επώμια και το περιλαίμιο το φαρδύ. Στο τέλος πέρασε στο χέρι τα περικάρπια και στις γάμπες του που έμοιαζαν γερές σαν τα ξύλα που δένουν τα καράβια, τις περικνημίδες. Στο τέλος, τον πιλό από μέταλλο και δόντια σαράντα κάπρων δυνατών από τα δρυοδάση του βουνού βόρεια και ανατολικά της ισχυρής του ακρόπολης.

Όταν οι οπλίτες του έφτασαν στο πεδίο της μάχης και παρατάχτηκαν απέναντι στους Τρώες, τον ανέβασαν στο δίτροχο άρμα που έσερναν φτερωτά άλογα γεννημένα στπ θρυλικό κάμπο της πελασγικής Φθίας. Χτύπησε τα γκέμια κι έσκισε με σταθερό βήμα το παχύ χορτάρι, ολόχρυσος, λαμπερός, ανίκητος, με τη μεγάλη κατακόκκινη φούντα που ξεκινάει από την κορυφή του κράνους του να ανεμίζει μισό μέτρο πίσω του στον πρωινό αέρα. Σήκωσε το δόρυ του ψηλά κι έκανε ένα πέρασμα μπροστά από τις γραμμές των Τρώων. Τελετουργικά.

 

* Η πανοπλία στη φωτό είναι σφυρήλατη στο χέρι, δεμένη με δερμάτινους ιμάντες και με επένδυση δέρμα και λινό, κατασκευασμένη στην ουσία με τα εργαλεία και τις μεθόδους που είχαν στην κατοχή τους οι μεταλλουργοί, οι "βάναυσοι" της εποχής προν την ιστορία. Την πανοπλία εποίησεν ο Δημήτρης "Ήφαιστος" Κατσίκης

 

    • Συντάκτης: Παντελής Μήτσιου