Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Τηλεπικοινωνίες στην Αρχαία Ελλάδα

Τηλεπικοινωνίες στην Αρχαία Ελλάδα

Είναι πανάρχαιες οι ανάγκες του ανθρώπου (ατόμων και ομάδων) να επικοινωνούν εξ αποστάσεως. Κι είναι ποικίλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται, ακόμα και σήμερα, για την εκτός Τεχνολογίας επικοινωνία των ανθρώπων της υπαίθρου μεταξύ τους, από λόφο σε λόφο , με οπτικά σήματα (π.χ. απλωμένη άσπρη ή κόκκινη κουβέρτα) ή με ηχητικά σήματα (όπως ειδικά σφυρίγματα βοσκών, περιεκτικά πλούσιων μηνυμάτων) – ή ακόμη και με κωδωνοκρουσίες.

Εύλογη είναι μια συστηματικότερη οργάνωση τέτοιων μακρυσμένων επικοινωνιών («τηλεπικοινωνιών») στην περίπτωση κρατικών ή στρατιωτικών υπηρεσιών. Τέτοια είναι η χρήση των περιστεριών (ήδη απ' την εποχή της αρχαίας Αιγύπτου) για την μεταφορά μηνυμάτων ή η χρήση πυρσών (σ' όλη σχεδόν την Ανατολή κατά την αρχαιότητα) για την μετάδοση προσυμφωνημένων ειδήσεων.

Οι Αρχαίοι Έλληνες, μέτοχοι κατ' αρχήν των αρχαίων αυτών μεθόδων, φαίνεται ότι ανέπτυξαν συν τω χρόνω και νέες πιο εξελιγμένες μεθόδους τηλεπικοινωνιών, τις οποίες και θα υπενθυμίσομε συνοπτικώς σ' αυτό εδώ το άρθρο.

Σ' αυτά λοιπόν που ακολουθούν, θα γίνει λόγος για τα ακόλουθα συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο:

- Ταχυδρομικά περιστέρια

- Φρυκτωρίες για τη μετάδοση απλών μηνυμάτων

- Υδραυλικός τηλέγραφος (Αινεία του Τακτικού)

- Οπτικός τηλέγραφος (Κλεοξένου και Δημοκλείτου)

- Βυζαντινός τηλέγραφος (Λέοντος του Σοφού)

1. Ταχυδρομικά περιστέρια

Το αρχαιότερο αυτό σύστημα τηλεπικοινωνίας μνημονεύεται και στην ελληνική γραμματεία. Ο Αιλιανός («Ποικίλη Ιστορία», Θ',2) αναφέρει την περίπτωση του ολυμπιονίκη Ταυρασθένους (5°u π.Χ.) : Η νίκη μεταδόθηκε στην πατρίδα του την Αίγινα μέσω περιστεράς που είχε πάρει ο αθλητής μαζί-του, και η οποία (με μια κόκκινη ταινιούλα στο πόδι) αφέθηκε να επιστρέψει στους νεοσσούς της στην Αίγινα.

Κι ο Αθήναιος («Δειπνοσοφισταί», Θ', 395b), περιγράφοντας λεπτομερώς τα είδη και τη διατροφή των περιστεριών, αναφέρεται και στον επικοινωνιακό ρόλο τους: «απόπεμψον αγγέλοντα τον περιστερόν», λέει ο Φερεκράτης (- 5ος αι. π.Χ . ) .

Η σημασία αυτού του τρόπου τηλεπικοινωνίας μέσα στους αιώνες, καταφαίνεται ίσως κι απ' το γεγονός ότι έγγραφον 1 του Υφυπουργού Ν. Παπαδήμα, με ημερομηνίαν 19.10.1939, ερύθμιζε τα «του ανεφοδιασμού κινητών περιστερεώνων, δια πτήσεις μεγάλων αποστάσεων» ...

2. Φρυκτωρίες

α) Πρόκειται για την μετάδοση συγκεκριμένου προσυμφωνημένου μηνύματος μέσω πυκνού καπνού (την ημέρα) ή καλύτερα μέσω μεγάλης συγκεντρωμένης φλόγας (την νύχτα) . Είναι το πιο διαδεδομένο κατά την Αρχαιότητα σύστημα τηλεπικοινωνιών , στο πλαίσιο ενος «κρατικού» Οργανισμού πάντως, ανάμεσα σε δεδομένον Αποστολέα και δεδομένον Παραλήπτη . Αμφότεροι χρειάζεται να βρίσκονται σε συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία, έτσι ώστε (αν η απόστασή-τους είναι πολύ μεγάλη) να έχουν επιλεγεί εκ προοιμίου οι ενδιάμεσες βουνοκορφές, οι οποίες να είναι σαφώς ορατές μεταξύ τους ανα δύο, ώστε τα εκεί φρυκτώρια να αναμεταδίδουν το μήνυμα μέχρι να φθάσει στον Παραλήπτη . (Επομένως, ο όρος «φρυκτωρία» δεν θα κυριολεκτείται στην περίπτωση ναυτιλιακής σηματοδότησης ακρωτηρίων ή εισόδου λιμένων, μέσω μονίμων πυρσών). Σε περίπτωση ωστόσο μικρών αποστάσεων (λίγα χιλιόμετρα) μεταξύ Αποστολέα και Παραλήπτη, η χρήση «φρυκτών» (= πυρσών) θα έδινε απευθείας το μήνυμα, χωρίς ενδιάμεσα φρυκτώρια.

communication 2

β) Με το νόημα λοιπόν αυτό, η παλαιότερη μνεία αυτής της μορφής τηλεπικοινωνίας αναφέρεται στον Τρωικό πόλεμο, από τον Αισχύλο, στην τραγωδία «Αγαμέμνων». Πρόκειται για την αναγγελία της πτώσεως της Τροίας, μέσω προσυμφωνημένου (Αγαμέμνων, Κλυταιμήστρα) φωτεινού μηνύματος. Ο Αισχύλος («Αγαμέμνων», 280-316) περιγράφει λεπτομερώς τα διαδοχικά ορεινά φρυκτώρια που μετάδωσαν το χαρμόσυνο μήνυμα :Ίδη (νοτίως της Τροίας), Ερμαίον (της νήσου Λήμνου), Άθως, Μάκιστον (στη Χαλκίδα), Μεσσάπιον (απέναντι στη Βοιωτία), Κιθαιρών, Αιγίπλαγκτον (στα Μέγαρα), κι απο 'κεί κατευθείαν στο όρος Αραχναίον (στις Μυκήνες).

Η Κλυταιμήστρα η οποία περιγράφει στον Χορό ετούτην τη διαδρομή της φλόγας, τελειώνει την ανακοίνωση υπενθυμίζοντας οτι οι Προδιαγραφές αυτής της «λαμπαδηδρομίας» είχαν τεθεί εκ των προτέρων απ ' την ίδια, κι οτι όντως τηρήθηκαν : «τοιοίδε τοί μοι λαμπαδηφόρων νόμοι [ ... ] πληρούμενοι» (312, 313).

γ) Αλλ' άς πάρομε άλλο ένα παράδειγμα μετάδοσης φωτεινών σημάτων, από μικρή απόσταση αυτή τη φορά: Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, όταν οι Πελοποννήσιοι (έτοιμοι να τολμήσουν αιφνιδιασμό κατά του Πειραιώς) λεηλατούσαν τη Σαλαμίνα, «έγιναν ορατοί στην Αθήνα πυρσοί που σήμαιναν 'έφθασαν εχθροί'4 , κι έπεσε πανικός» (Θουκυδίδης, Β, 94). Αυτός ο κίνδυνος τότε για τον Πειραιά αποσοβήθηκε.

δ) Τώρα, ας αναφερθούμε και στη χρήση πυρσών προς δημιουργίαν συγχύσεως του εχθρού. Μένομε στον Θουκυδίδη (Γ 20-23), στην πολύ στενή πολιορκία των Πλαταιών απ' τους Πελοποννησίους, οι οποίοι είχαν χτίσει με πλιθιές δικό τους πλήρες και υψηλό τείχος γύρω-γύρω απ' το τείχος των Πλαταιών. Εκείνον τον χειμώνα (έτος 428 π.Χ.) οι μισοί Πλαταιείς αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο . Μια νύχτα λοιπόν με καταιγίδα, και με μύριες πανέξυπνες προφυλάξεις, καταφέρνουν να φθάσουν απαρατήρητοι στο τείχος των εχθρών, να στήσουν κλίμακες, και ν' ανέβουν στο ξένο τείχος - ενώ οι υπόλοιποι Πλαταιείς βγήκαν και επιτέθηκαν στο αντιδιαμετρικό σημείο του τείχους των πολιορκητών . Μέσα λοιπόν σ' αυτήν τη σύγχυση, το απόσπασμα άμεσης επέμβασης των πολιορκητών έτρεχε απ' έξω απ' το τείχος-τους προσπαθώντας να φθάσουν εκεί απ' όπου ακουγόταν η φασαρία. Και, βεβαίως, ανάφθηκαν αμέσως και οι πυρσοί προς ενημέρωση των συμμάχων-τους στη Θήβα. Οπότε, ιδού το στρατήγημα των Πλαταιέων που είχαν παραμείνει μέσα στο τείχος των: Ανύψωναν «αντίθετους» πυρσούς (τους είχαν από πριν ετοιμασμένους), προκειμένου να δημιουργήσουν σύγχυση στους Θηβαίους και να μην σπεύσουν αμέσως σε βοήθεια των πολιορκητών .

ε) Η καύσιμη ύλη για μια τέτοια πολύ σοβαρή στρατιωτική δράση όπως οι φρυκτωρίες, δέν μνημονεύεται ρητώς απ' τις πηγές. Μόνο ο Αισχύλος (ποιητική αδεία ίσως μόνον) αναφέρει ότι στο φρυκτώριον του Μεσσαπίου «γραίας ερείκης θωμόν άψαντες πυρί» -δηλαδή στοίβες από ξερά ρείκια καίγανε - ρείκια «δενδρώδη» έστω. Χρειάζεται λοιπόν πολύ μεγάλη ποσότητα απ' αυτά, έστω κι άν το ξύλο της ερείκης καίγεται αργά. Ωστόσο, για τις εκτεταμένες εφαρμογές φρυκτωριών μετά τους αρχαϊκούς χρόνους, οι Έλληνες πιθανότατα χρησιμοποιούσαν «νάφθαν» (απ' την Ήπειρο ή απ' τη Μικράν Ασία), παρ ' ότι και το καύσιμον μίγμα του φλογοβόλου του Θουκυδίδη ( ΔΊ 100, 4) θα μπορούσε να είναι υποψήφια λύση : «άνθρακας και θείον και πίσσαν»- παρ' όλον ότι θα χρειάζονταν και φυσερά.

3. «Υδραυλικός Τηλέγραφος»

Εύστοχα ο Πολύβιος παρατηρεί (I', 43.1 Ο) οτι «για καταστάσεις που δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν, δεν είναι δυνατόν (να έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο) σήμα» μέσω πυρσών. Αυτήν την αδυναμία του συστήματος των φρυκτωριών ηθέλησε να καλύψει ο Αινείας ο Τακτικός (συγγραφέας των «Πολιορκητικών», 4°ς αι. π.Χ.), του οποίου η σχετική εργασία σώζεται απ' τον Πολύβιο (1', 44): Και ο Αποστολέας και ο Παραλήπτης οφείλουν να διαθέτουν ακριβώς τον ίδιον εξοπλισμό ως ακολούθως (διαστάσεις κατ’ εύλογον εικασίαν).

  • Κεραμικό κυλινδρικό δοχείο, διαμέτρου 0,45 m και ύψους 1,35 m, που διαθέτει βρυσούλα κοντά στον πυθμένα του.
  • Κυλινδρικό τεμάχιο φελλού [διαμέτρου - 0,42 m και ύψους 0,10 m]
  • Ράβδο ξύλινη [διαμέτρου - 0,09 m και μήκους - 1,50 m] με ένα χρήσιμο μήκος [- 1,05 m] το οποίο είναι διαιρεμένο ανά 0,08 m σε [13] διαστήματα, στο καθένα των οποίων γράφεται ενα μήνυμα.

Η ράβδος πακτώνεται στο κέντρον του φελλού . Το δοχείο γεμίζει νερό μέχρι ορισμένο ύψος [1 , 1 Ο m]. Τα ίδια γίνονται σ ' αμφότερα τα δοχεία . Τότε, ανοίγονται συγχρόνως τα δυο βρυσάκια, και ελέγχεται η ίση ταχύτητα καθόδου των ράβδων και στα δύο δοχεία.

Οι δύο ενδιαφερόμενοι παραλαμβάνουν τον εξοπλισμό αυτόν , μαζί με κατάλληλης φωτεινότητας πυρσούς.

Όταν ο Αποστολέας επιθυμεί να στείλει μήνυμα, σηκώνει πυρσόν και περιμένει να κάνει το ίδιο κι ο Παραλήπτης. Τότε, ο Αποστολέας κατεβάζει απότομα τον πυρσό , ενώ την ίδια στιγμή ανοίγει το βρυσάκι του. Το ίδιο ακριβώς κάνει κι ο Παραλήπτης την ίδια στιγμή . Κι όταν η υποχωρούσα ράβδος του Αποστολέα δείξει στο χείλος του δοχείου το προς αποστολήν μήνυμα, τότε απότομα ο Αποστολέας υψώνει πυρσόν - ο Παραλήπτης κλείνει τη βρυσούλα-του και διαβάζει το μήνυμα πάνω στη δικιά-του ράβδο στο χείλος του δικού-του δοχείου.

Δέν διαθέταμε πληροφορίες εφαρμογής του συστήματος αυτού στην πράξη, το οποίο όμως δέν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Αναλόγου συστήματος μνεία γίνεται και στην «Μαθηματική Σύνταξη» του Φίλωνος του Βυζαντίου (V).

4. «Οπτικός Τηλέγραφος»

Αλλά και πάλιν ο Πολύβιος παρατηρεί (1, 45.2) ότι ο «υδραυλικός τηλέγραφος» λίγο βελτιώνει το σύστημα της απλής φρυκτωρίας, αφού στα σήματα που θα γράψομε πάνω στη ράβδο «δεν μπορούμε να προβλέψαμε όλα τα μελλοντικά». Κι έτσι ο Πολύβιος φθάνει να προτείνει (1, 45-47) το σύστημα τηλεπικοινωνίας που επινοήθηκε απ' τον Κλεόξενο και τον Δημόκλειτο (γύρω στο 200 π.Χ.):

  • Ετοίμασε 5 πινακίδες , στην καθεμιά των οποίων γράψε κατά σειράν από 5 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου· στην τελευταία πινακίδα βέβαια θα γραφθούν μόνον τέσσερα γράμματα .
  • Έτσι , το κάθε γράμμα μπορεί να παρασταθεί με ένα «παραστατικό ζεύγος» αριθμών:

- πρώτον τον αύξοντα αριθμό της πινακίδας όπου το γράμμα αυτό ευρίσκεται,

- δεύτερον τον αριθμό της θέσης του γράμματος μέσα στην ως άνω πινακίδα.

Παράδειγμα : το γράμμα «Κ» παριστάνεται με τους αριθμούς (2,5).

  • Ο Αποστολέας συντάσσει το μήνυμα, με τις λιγότερες δυνατές λέξεις και το 'χει μπροστά του.
  • Διαθέτει επίσης μπροστά-του δύο χωριστούς τοίχους επ' ευθείας (τον καθένα με μήκος περίπου 3,00 m και ύψος 1,75 m), αφήνοντας ανάμεσά τους ένα κενό [ας πούμε 2,00 m].
  • Πίσω από κάθε τοίχο βρίσκονται έτοιμοι 5 πυρσοί, μαζί με νάφθα ικανή να τροφοδοτήσει 1 Ο ανάμματα μεγάλης φλόγας για κάθε πυρσό.
  • Μπορεί τώρα να υπαγορεύσει στον Παραλήπτη ένα-ένα τα γράμματα του μηνύματος μέσω του παραστατικού ζεύγους αριθμών του κάθε γράμματος. Προς τούτο, τον πρώτο αριθμό τον δηλώνει με το πλήθος των πυρσών που ανάβει στον αριστερό τοίχο , ενώ τον δεύτερο αριθμό τον δηλώνει με το πλήθος πυρσών που ανάβει στον δεξιά τοίχο.
  • Ο Παραλήπτης, πάνω σε σταθερό τραπέζι ύψους όσο το μπόι-του, έχει στηρίξει δύο σωλήνες= ο ένας στοχεύει τον αριστερό τοίχο του Αποστολέα κι ο άλλος τον δεξιό-του τοίχο. Έτσι, μέσω αυτών των σωλήνων, ο Παραλήπτης «διαβάζει» ένα-ένα τα «Παραστατικά ζεύγη» αριθμών – άρα διαβάζει τα γράμματα του μηνύματος .

Ο Πολύβιος αναγνωρίζει την κάποια δυσχέρεια εφαρμογής του συστήματος, συνιστά όμως υπομονήν και εθισμόν προκειμένου να απολαύσει κανείς τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα που προσφέρει αυτός ο τρόπος τηλεπικοινωνίας. Κι είναι καλό να αντιγράψομε τη σχετική φράση του : «Διόπερ ουκ αποστατέον ουδενός των χρησίμων δια τας προφαινομένας δυσχερείας, προσακτέον δε την έξιν, ή ι πάντα τα καλά γίνεται θωρατά», (I, 47.11 ).

Είναι φανερό ότι ο Παραλήπτης, αν στήσει τον ίδιο εξοπλισμό με τον Αποστολέα, μπορεί να σ υ ν ο μ ι λ ή σ ε ι ελευθέρως μαζί του - αυτή δε η δυνατότητα καθιστά τον οπτικό τηλέγραφο των Αρχαίων Ελλήνων άμεσον πρόγονο των σύγχρονων συστημάτων τηλεπικοινωνίας .

5. «Βυζαντινός τηλέγραφος»

Εύλογο ήταν οι Ρωμαίοι να χρησιμοποιούν το σύστημα των φρυκτωριών, οι δε Βυζαντινοί να το κληρονομούν και να το εξελίσσουν . Στο έργον «Περί Παραδρομής» του Νικηφόρου Φωκά6 (1 0°ς αι . ), γίνεται λεπτομερής μνεία των «καμινοβιγλίων» (ετυμ. «φλογο-παρατηρητηρίων»;).

Απ' αυτά τα καμινοβίγλια, το περιφημότερο ήταν εκείνο το οποίο από το φρούριο του Λούλου (στα βόρεια της Ταρσού, βορειοανατολικώς απ' τα σημερινά Άδανα) έστελνε στο παλάτι του Φάρου στην Κωνσταντινούπολη μηνύματα περί των επιδρομών των Αράβων, μέσω σειράς επτά ενδιαμέσων καμινοβιγλίων (συνολική απόσταση 700 χμ. περίπου)

Η κυριότερη αιτία της φήμης αυτών των φρυκτωρίων είναι ο τρόπος δήλωσης και aποκωδικοποίησης του περιεχομένου του αποστελλομένου μηνύματος. Ο τρόπος αυτός οφείλεται στον Λέοντα τον Φιλόσοφον (9ος αι . ):

- Δύο πανόμοια ωρολόγια («εξ ίσου κάμνοντα») είναι εγκατεστημένα στους δύο ακραίους σταθμούς των καμινοβιγλίων , τα οποία δείχνουν «πραγματικά» διαστήματα ωρών (όχι «ηλιακών») .

- Σε κάθε διάστημα ώρας (μιας απ' τις 12 της ημέρας ή της νυκτός) αντιστοιχεί ενα προσυμφωνημένο μήνυμα.

- Ο Αποστολέας (στο φρούριο Λούλου) που θέλει να μεταδώσει, ένα απ'

αυτά τα 12 μηνύματα, περιμένει να 'ρθει η αντίστοιχη ώρα (δηλαδή η έναρξη του σχετικού με το μήνυμα ωριαίου χρονικού διαστήματος), και τότε ανάβει την μεγάλη φωτιά-του στην προετοιμασμένη νάφθα.

- Ο πρώτος Παραλήπτης (στο δεύτερο καμινοβίγλιο) , μόλις ιδεί το φωτεινό σήμα , ανάβει αμέσως τη δικιά-του φωτιά (αναλόγως προετοιμασμένην) .

- Το ίδιο κι όλοι οι υπόλοιποι της αλυσίδας των καμινοβιγλίων, μέχρι το σήμα να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη .

- Αν εκτιμήσαμε ότι οι νεκροί ενδιάμεσοι χρόνοι θα είναι γύρω στα 2 με 6 πρώτα λεπτά, υπολογίζαμε ότι το μήνυμα έφθανε στον Αυτοκράτορα το πολύ μέσα σε 40 πρώτα λεπτά - δηλαδή ε ν τ ό ς του ωριαίου διαστήματος το οποίο είχε επιλέξει ο Αποστολέας για ν' αντιστοιχήσει το σχετικό μήνυμα.

Ωστόσο, το ευφυές αυτό σύστημα προϋποθέτει ότι θα είχαν λυθεί δύο βασικά τεχνικά προβλήματα.

α) Ήταν άραγε δυνατή η κατασκευή ωρολογίων πραγματικού χρόνου; Εδώ , η απάντηση είναι μάλλον εύκολη, αφού και ο Κτησίβιος και ο Αρχιμήδης είχαν κατασκευάσει τέτοια «υδρεία ωροσκοπεία» πριν χίλια χρόνια - στα οποία μάλιστα δεν έχομε εν προκειμένω ανάγκην να μετατρέψαμε τις πραγματικές ώρες σε «ηλιακές» ώρες .

β) Πώς όμως συγχρονίζονται τα δύο ωρολόγια σε δύο διαφορετικούς τόπους; Μα, αφού κατασκευάζονται μαζί στην Πόλη, είναι απαρχής συγχρονισμένα. Κι εξ άλλου, δεν χρειάζεται καθόλου να δείχνουν ούτε την ορθή «τοπική» ώρα- ούτε καν την «ακριβή» ώρα : Λειτουργούν μόνον ως απλές συσκευές αποκρυπτογράφησης, φθάνει βέβαια να συντηρούνται ώστε να μην αποσυγχρονίζονται με τον καιρό. Αλλά και τούτο ρυθμίζεται αν, κάθε έτος, αντικαθίστανται αμφότερα με ένα νέο καινούργιο ζεύγος υδραυλικών ωρολογίων!

Φαίνεται λοιπόν ότι από κάθε άποψη , η εφεύρεση του Λέοντος του Φιλοσόφου λειτούργησε για όσο διάστημα οι άλλες (ενίοτε ιδιότυπες και ασταθείς) συνθήκες του Βυζαντίου το επέτρεψαν.

Ας σημειωθεί εδώ παρεμπιπτόντως οτι η απλή χρήση πυρσών για την τηλεμετάδοση μηνυμάτων , φαίνεται ότι ήταν αρκετά εκτεταμένη στο Βυζάντιο , άν κρίνομε απ' την άλλη εκδοχή του Ακριτικού έπους, της Grottaferrata: Εκεί , στους στίχους 2773 και 2783 μνημονεύεται η χρήση πυρσών «{εξημμένων} τη νυκτί», προκειμένου να «συναθροισθούν πλείστοι στρατιώται», (E.Trapp:"Digenes Akrites"", "Wiener Byz. Stud., 1971, σελ.292) - ενώ στην εκδοχή Escorial ( περί τους αντιστοίχους στχ. 1400 - 1405 ) η λεπτομέρεια αυτή δεν παρουσιάζεται ( Σ. Αλεξίου : «Βασίλειος Διγενής Ακρίτης», Ερμής, 1985, σελ . 54).-

6. Αντί για Επίλογο

Δεν θα περιλάβαμε τα Κρυπτογραφικά Συστήματα των Αρχαίων ως συστήματα τηλεπικοινωνιών . Ωστόσο, μόνον χρονογραφικώς, άς μνημονεύσαμε απλώς μερικά απ' αυτά :

  • • Κρυπτεία σκυτάλη (Πλούταρχος , «Λύσανδρος» , 19) - έστω και αν το σύστημα δεν ήταν και τόσο «κρυπτόν» ...
  • • Δίσκος κρυπτογραφικός (Αινείας ο Τακτικός, «Πολιορκητικά» , 31.21· γενικότερα όλο το κεφάλαιο 21 «περί επιστολών κρυφίων» είναι ένα περιβόλι από τεχνάσματα αποδοτικά -πάντως δε πολύ διασκεδαστικά!)
  • • Δίπτυχα, τρίπτυχα πινακίδια, (Πολυδεύκης, «Ονομαστικόν», ι·, 57, καθώς και Ιλιάς Ζ', 169), των οποίων το κρυφό μήνυμα σε μια τουλάχιστον περίπτωση γνωρίζομε ότι σκεπαζόταν με δεύτερο κέρωμα (Ηρόδοτος, Vll, 239).

Μπορεί πάντως να λεχθεί ότι η Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία (ένυλη ή απλώς μεθοδολογική) υπηρέτησε επί αιώνες και τις ανάγκες των Τηλεπικοινωνιών των ανθρώπων.


    • Συντάκτης: Θεοδόσης Π. Τάσιος