Δευτέρα, 02 Ιουλίου 2018

Τα πλοία των Ελλήνων κατά την αρχαιότητα

Τα πλοία των Ελλήνων κατά την αρχαιότητα

Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε πότε ο άνθρωπος ξανοίχτηκε πάνω στο υγρό στοιχείο και από πότε πραγματοποιήθηκαν ταξίδια ανοιχτής θαλάσσης. Οι ειδικοί αναφέρουν χρονολογίες όπως 200.000 χρόνια από σήμερα για τον διάπλου των στενών του Γιβραλτάρ και ακόμα πιο πρώιμες χρονολογίες για τα στενά του Μπέρινγκ και ταξίδια ανάμεσα σε διάφορα νησιωτικά συμπλέγματα του Ειρηνικού και του Ατλαντικού ωκεανού.

Αφήνοντας όμως αυτές τις πολύ μακρινές χρονολογίες, μπορούμε με Βεβαιότητα να πούμε, ότι το αρχαιότερο ταξίδι ανοιχτής θαλάσσης στον κόσμο, για το οποίο έχουμε τεκμηριωμένη μαρτυρία, έγινε στο Αιγαίο και αφορά κάποια μεταφορά οψιδιανού από τη Μήλο στο σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδας 11.000 χρόνια από σήμερα. Είτε το ταξίδι έγινε απευθείας από τις Κυκλάδες στην Πελοπόννησο, είτε οι μακρινοί θαλασσοπόροι των μεσολιθικών χρόνων ακολούθησαν τον συντομότερο θαλάσσιο δρόμο, που από τη Μήλο οδηγεί στην Λαυρεωτική, πρόκειται για ένα επίτευγμα της πρώιμης ναυσιπλοΐας, μια και τα πρωτόγονα λίθινα εργαλεία που διέθεταν τότε δεν επέτρεπαν την κατασκευή κάποιου πολύπλοκου ναυπηγήματος.

Δεν θα μάθουμε ποτέ εάν ο οψιδιανός που βρέθηκε στο μεσολιθικό στρώμα της ανασκαφής του σπηλαίου Φράχθι μεταφέρθηκε με μονόξυλα, με ξύλινες σχεδίες ή, όπως εγώ πιστεύω - και προσπάθησα με ένα πρόγραμμα πειραματικής αρχαιολογίας να ερευνήσω - με παπυρένιες σχεδίες.

Δεν είναι περίεργο ότι το Αιγαίο και πιο συγκεκριμένα οι Κυκλάδες, είναι η περιοχή όπου έγιναν πρώιμες προσπάθειες ταξιδιών ανοιχτής θαλάσσης. Η θάλασσα αυτή, κατάσπαρτη με νησιά και βραχονησίδες, διαθέτει μια εκτεταμένη ακτογραμμή όπου εναλλάσσονται τα ακρωτήρια με τους κόλπους, και σ' αυτό το περιβάλλον μπορεί ο ναυτικός να έχει συνεχώς τη σιγουριά ότι βλέπει κάποια στεριά στον ορίζοντα. Αν προσθέσουμε τις ήπιες κλιματολογικές συνθήκες, τη διαύγεια της ατμόσφαιρας για μεγάλα διαστήματα, θα κατανοήσουμε ότι αυτά τα στοιχεία ενθάρρυναν τους κατοίκους του νότιου τμήματος της χερσονήσου του Αίμου -που από τη 2η χιλιετία π.Χ. είναι οι Έλληνες- ικανοποιώντας την περιέργεια τους, την δίψα να πάνε παραπέρα, να πρωτοπορήσουν στην τέχνη του καραΒομαραγκού και του ναυτίλου. Στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού οι νησιώτες του Αιγαίου θα εξελιχθούν σε σπουδαίους ναυτικούς.

Σημαντικές μαρτυρίες για τα άλματα που έγιναν στη ναυπηγική βλέπουμε στις απεικονίσεις πλοίων της 3ης χιλιετίας π.Χ. σε βραχογραφίες, χαράγματα σε σκεύη και σε σφραγιδόλιθους. Τα καράβια που παριστάνονται δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστούν ως πρωτόγονα αλλά, είναι το αποτέλεσμα μίας μακράς εξέλιξης που κορυφώνεται στα μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας με την παράσταση του αποκαλούμενου «στόλου» στη Δυτική Οικία των τοιχογραφιών της Σαντορίνης, που χρονολογείται περίπου στο 1500 π.Χ.

Η παράσταση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική γιατί, στα δεκατέσσερα πλοία και πλοιάρια που συμμετέχουν στην «πομπή», απεικονίζονται όλα τα μέσα προώθησης: το πανί, το κουπί στηριγμένο σε σκαρμό και η ελεύθερη κωπηλασία τύπου καγιάκ που στα Γαλλικά λέγεται pagayer και στα Αγγλικά paddling. Ο αείμνηστος Σπυρίδων Μαρινάτος εφεύρε τη λέξη «ταρσοπλοΐα» από την ομηρική λέξη ταρσός για να περιγράψει αυτόν τον τρόπο κωπηλασίας.
Πιστεύω ότι απεικονίσεις πλοιαρίων της 4ης χιλιετίας και πιθανώς πρωιμότερες χάθηκαν με την ανύψωση της θάλασσας που σε κάποια σημεία - όπως συγκεκριμένα στο Φράχθι - φτάνει τα 100 μέτρα.
Πολλές άλλες παραστάσεις πλοίων των Μινωιτών και των Μυκηναίων μαρτυρούν ότι από τα μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε στο Αιγαίο μια ισχυρή θαλασσοκρατία και ότι η τέχνη της ναυπηγικής βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.

boat

Εάν για τα προϊστορικά χρόνια έχουμε μόνο εικονογραφικές μαρτυρίες για τα πλοία των Ελλήνων, συνεπικουρούμενες βεβαίως από ναυτικές περιγραφές των ομηρικών επών, που λογικό είναι να μεταφέρουν μνήμες προγενέστερες, για τα μετέπειτα χρόνια έχουμε μια πλούσια ποικιλία παραστάσεων αλλά και κειμένων τα οποία μας βοηθούν να κατανοήσομε καλύτερα τις ναυτικές δραστηριότητες των προγόνων μας, εν καιρώ ειρήνης και εν καιρώ πολέμου. 

Γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. και λίγο μετέπειτα, οι πολιτισμοί της Ανατολικής Μεσογείου συγκλονίζονται από μαζικές εισβολές νέων πληθυσμών που σαρώνουν τους παλαιότερους. Για τον ελληνικό χώρο από τον 11ο π.Χ. αιώνα αρχίζει η περίοδος, που θεωρήθηκε των «σκοτεινών αιώνων», και διήρκησε έως τον 9ο π.Χ. αιώνα περίπου. Την περίοδο αυτή, ωστόσο, σημαντικές ανακατατάξεις λαμβάνουν χώρα στο Αιγαίο και διαμορφώνουν τις συνθήκες για τη μετέπειτα ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Αχαιοί, κάτω από την πίεση των Δωριέων και άλλων ελληνικών φύλων που ήρθαν από τα ορεινά της σημερινής Κεντρικής Ελλάδας και την Ήπειρο, μεταναστεύουν στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι Αχαιοί περιορίζονται στην Αττική και την Εύβοια και θεμελιώνουν το νέο πολιτικό σύστημα των πόλεων-κρατών.

Από τα τέλη αυτής της περιόδου σώζονται πολλών ειδών παραστάσεις πλοίων. Παρατηρούμε ότι μεγαλώνει το εκτόπισμα των καραβιών όπως μπορούμε να κρίνουμε από τον όλο και αυξανόμενο αριθμό των κωπηλατών. Τότε εμφανίζεται και ένα σημαντικό πολεμικό πλοίο, ή πολυήρης, η εξέλιξη της οποίας κορυφώνεται κατά τα κλασικά χρόνια με την τελειοποίηση της Αθηναϊκής τριήρους, ενός ευλύγιστου κωπήλατου ναυπηγήματος που μας χάρισε πολλές νίκες, με κορυφαία στιγμή τη ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) και επισφράγισε την ελληνική κυριαρχία στις θάλασσες από τα στενά της Μεσσήνης της Σικελίας μέχρι τα Μικρασιατικά παράλια.

Κατά τα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια το πλοίο δεν απεικονίζεται μόνο σε παραστάσεις αγγείων αλλά γίνεται συνηθισμένο θέμα σε ανάγλυφα και ολόγλυφα έργα. Έχουμε επίσης ωραιότατες απεικονίσεις πλοίων που διασώθηκαν σε ακιδογραφήματα. Τα πλοία όλο και μεγαλώνουν, τελειοποιούνται οι ναυπηγικές τους γραμμές και ο εξοπλισμός τους. Τα θαλάσσια ταξίδια των Ελλήνων γίνονται όλο και πιο οργανωμένα. 

Τα ταξίδια τα εξερευνητικά και τα ταξίδια περιπέτειας αντικαθίστανται από την οργάνωση των θαλάσσιων δρόμων και η Μεσόγειος με τις ελληνικές αποικίες από τη Μασσαλία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και τη Συρία γίνεται μια απέραντη Ελληνική θάλασσα.

Αλλά και στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, όταν η κυριαρχία του κόσμου του Μέγα Αλέξανδρου και των Διαδόχων του, περνά στους Ρωμαίους, ο Έλληνας θα συνεχίσει να ακουμπά πάνω στη θάλασσα και η τέχνη του καρα6ομαραγκού και του ναυτίλου δεν θα σβήσει.

Το ότι σήμερα ο Ελληνικός Εμπορικός Στόλος έχει παγκοσμίως την πρώτη θέση δεν είναι ένα φαινόμενο ξαφνικό που εξηγείται μόνο με το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα καραβοκύρη και εφοπλιστή. Είναι το αποτέλεσμα μίας μακρότατης διαδικασίας, μιας άρρηκτης αλυσίδας χιλιετιών που μας πάει στα βάθη των αιώνων και ξεκίνησε στο Αιγαίο. Χρωστάμε τα μέγιστα στην τέχνη του Έλληνα καραβομαραγκού και του Έλληνα ναυτικού που δημιούργησαν τα ξύλινα τείχη για να μας προστατεύσουν, ενώ καθέλκυαν γοργοτάξιδα καράβια και τα ταξίδευαν μεταφέροντας τα αγαθά του ελληνικού πολιτισμού στα πέρατα του γνωστού κόσμου.