Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2022

Η κοσμηματοτεχνία στον ελλαδικό χώρο από τη Νεολιθική ως τη Βυζαντινή Εποχή

Η κοσμηματοτεχνία στον ελλαδικό χώρο από τη Νεολιθική ως τη Βυζαντινή Εποχή

Τα κοσμήματα κατείχαν σημαντικό ρόλο στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων και αποτελούσαν μέσο επίδειξης πλούτου. Φοριούνταν από άνδρες και γυναίκες και αποτελούν κομμάτι της πολιτισμικής κληρονομιάς και χρήσιμη πηγή πληροφοριών για τις σημερινές έρευνες. Εκτός από τα ίδια τα σωζόμενα κοσμήματα, τα οποία μας δίνουν πληροφορίες για την τεχνολογία, την τυπολογία, την επιλογή υλικών και την αισθητική αξία τους, άλλες πηγές που έχουμε για τη μελέτη των κοσμημάτων της αρχαιότητας, είναι οι απεικονίσεις στολισμένων γυναικών και ανδρών και οι γραπτές πηγές, όπως προίκες, διαθήκες και καταγραφές.

Νεολιθική Εποχή
Στον Ελλαδικό χώρο, τα παλαιότερα γνωστά μέχρι σήμερα κοσμήματα έχουν εντοπιστεί στο σπήλαιο της Θεόπετρας στη Δυτική Θεσσαλία και χρονολογούνται στην Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο (25000 – 15000 π.Χ.). Εκείνη την εποχή προτιμούνται ως υλικά τα οστά, δόντια ζώων, όστρεα και λίθοι. Κατά τη Νεολιθική εποχή, τα κοσμήματα είναι συνήθως κατασκευασμένα από λίθο, όστρεα και πηλό, ενώ ελάχιστες είναι οι μαρτυρίες σχετικά με χρυσά και αργυρά κοσμήματα. Στο Σέσκλο Θεσσαλίας έχει εντοπιστεί ένα σύνολο χρυσών κοσμημάτων, χρονολογούμενο στη Νεότερη Νεολιθική, το οποίο αποτελεί σπάνιο παράδειγμα. Η προτίμηση σε υλικά ανθεκτικά στον χρόνο αντικατοπτρίζει τη σημασία που έδιναν οι άνθρωποι στα κοσμήματα, τα οποία θα τους συνόδευαν όχι μόνο στην καθημερινή αλλά και στη μετά θάνατον ζωή. Σε διάφορες θέσεις της Νεολιθικής περιόδου έχουν βρεθεί δακτυλιοειδή περίαπτα με θηλιά για ανάρτηση, λεπτοί λίθινοι δακτύλιοι που ομοιάζουν με παιδικά ψέλια, ενώτια και σκουλαρίκια για την μύτη. Το Διμήνι Θεσσαλίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα κατασκευής κοσμημάτων από το πολύτιμο όστρεο σπονδύλου, το λεγόμενο και γαϊδουροπόδαρο (Spondylus gaederopus). Η συγκομιδή του ήταν μια διαδικασία δύσκολη, που απαιτούσε υπομονή. Άλλα είδη οστρέων που χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοτεχνία είναι η απλή αχιβάδα, η πεταλίδα, ο κώνος και όστρεα τύπου Dentalium και Cypraea. Οι λίθοι που χρησιμοποιούνται συνηθέστερα είναι ο σχιστόλιθος, το μάρμαρο, ο ίασπις, ο στεατίτης και ο βασάλτης.

kosmima neolithiki

Οι χρησιμοποιούμενες τεχνικές ήταν σχετικά απλές, τα λίθινα κοσμήματα κατασκευάζονταν με την ίδια περίπου τεχνική που κατασκευάζονταν τα ειδώλια, ενώ τα σπάνια χρυσά κατασκευάζονταν με την έκκρουστη ή έκτυπη τεχνική που θα αναλυθεί στη συνέχεια. Για την χάραξη, κοπή και λείανση του λίθου χρησιμοποιούσαν ένα αιχμηρό κομμάτι ναξιακής σμύριδας, που ήταν ένα υλικό βαρύ και με εξαιρετικά μεγάλη σκληρότητα. Αρχικά, ο τεχνίτης χάραζε στον λίθο το επιθυμητό σχήμα, ακολουθούσε η κρούση και κοπή του κοσμήματος έτσι ώστε λάβει μία πρώτη χονδρική μορφή, στη συνέχεια σειρά είχε η λείανση με σμύριδα και στο τελικό σχέδιο χαράζονταν οι λεπτομέρειες.
Εποχή του Χαλκού
Σε όλη τη διάρκεια της εποχής του Χαλκού, στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και την Ηπειρωτική Ελλάδα, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται διάφοροι πολύτιμοι και ημιπολύτιμοι λίθοι, υαλόμαζα και οστό, τα κατ’ εξοχήν όμως υλικά είναι ο χρυσός και ο άργυρος. Για την αύξηση της φωτεινότητας και της καθαρότητας στην όψη των μετάλλων, χρησιμοποιούσαν αρσενικό για να λευκαίνουν τον άργυρο, ενώ για τον χρυσό χρησιμοποιούσαν υδράργυρο κατά τη διάρκεια που αυτός βρισκόταν στη φωτιά. Στην Κρήτη, οι μεγαλύτερες συλλογές κοσμημάτων προέρχονται από νεκροταφεία του Μόχλου, της Μεσσαράς και του Χρυσόλακκου Μαλίων. Στις Κυκλάδες, σημαντικές θέσεις είναι το Καστρί της Σύρου και τα Δωκαθίσματα της Αμοργού, ενώ στην Ηπειρωτική Ελλάδα έχουμε τις Μυκήνες, την Πύλο και την Θήβα.
Σε τάφους του Μόχλου και των Μυκηνών έχουν βρεθεί χρυσές περόνες με ανθόσχημη κεφαλή που προορίζονταν για τα μαλλιά γυναικών ή εφάρμοζαν σε διαδήματα και φαίνεται πως σχετίζονταν με την παμπάλαια συνήθεια του στολισμού των μαλλιών με λουλούδια της εποχής. Τα διαδήματα ήταν συνηθέστερα διακοσμημένα με γεωμετρικά σχέδια, οφθαλμούς ή ζώα. Από χρυσό και άργυρο κατασκευάζονταν επίσης και αλυσίδες, με μονές ή διπλές θηλιές, από τις οποίες κρεμούσαν περίαπτα, ενώ χρυσοί αστέρες και δίσκοι συχνά ράβονταν πάνω στα ενδύματα. Έχουν βρεθεί περίαπτα και χάντρες από λίθους όπως αμέθυστος, κορναλίνη, πράσινος ίασπης και ορεία κρυστάλλων, καθώς επίσης και χρυσά, αργυρά, χάλκινα και επαργυρωμένα ενώτια. Συνηθέστεροι τύποι ενωτίων είναι αυτοί της οξυκόρυφης στεφάνης, του ανοιχτού κύκλου και των τριπλών κρίκων. Υπάρχουν τοιχογραφίες στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης που μας πληροφορούν για την προτίμηση τέτοιων ενωτίων και στις Κυκλάδες, όχι μόνο από γυναίκες αλλά και από άντρες. Ένα από τα γνωστότερα και πιο αξιόλογα κοσμήματα, είναι το χρυσό περίαπτο με τις μέλισσες από τον Χρυσόλακκο Μαλίων, που απεικονίζει δύο μέλισσες εκατέρωθεν ενός κοκκιδωτού δίσκου.

kosmima chalkou
Στις Κυκλάδες, ειδικά κατά την Πρωτοκυκλαδική εποχή τα κοσμήματα είναι κατασκευασμένα κυρίως από οστό, χαλκό, λίθο και τοπικό άργυρο, ενώ έχουμε λίγα παραδείγματα χρυσών κοσμημάτων. Οι περόνες συχνά είχαν διακοσμητικές κεφαλές σε μορφή πτηνού, πρόχου ή διπλών σπειρών. Όσον αφορά τα ενώτια, έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι πιθανόν να μην τα φορούσαν σε ζεύγη, αλλά να υπήρχε η συνήθεια να φορούν μόνο ένα.
Σε αντίθεση με την Κρήτη, όπου ενώτια, περιδέραια, περιβραχιόνια, περισκελίδια (βραχιόλια για τα πόδια), διαδήματα και άλλα κοσμήματα φοριούνταν από άνδρες και γυναίκες, στις Μυκήνες, ενώτια έχουν βρεθεί αποκλειστικά σε γυναικείους τάφους, ενώ περιδέραια υπήρχαν πολύ συχνότερα σε γυναικείες ταφές. Ένα χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι του 15ου αι. π.Χ. που βρέθηκε στην Τίρυνθα, απεικονίζει πομπή δαιμόνων, που κρατούν σπονδικές πρόχους και προχωρούν προς τη γυναικεία θεότητα που κάθεται στον θρόνο. Η θεά υψώνει τελετουργικό κύπελλο, ενώ πίσω από τον θρόνο διακρίνεται αετός που συμβολίζει την εξουσία.
Η τεχνική της έκκρουσης, που προαναφέρθηκε και συναντάται επίσης με τον όρο repoussé, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα κοσμήματα που ήταν κατασκευασμένα από φύλλα μετάλλου που διακοσμούνταν με στιγμές, χτυπημένες από την πίσω πλευρά. Για την απόδοση σύνθετων θεμάτων και μορφών με την συγκεκριμένη τεχνική, χρησιμοποιούσαν σφραγίδες και μήτρες από ξύλο, που άφηναν το αποτύπωμά τους στην επιφάνεια του μετάλλου. Μία άλλη τεχνική που χρησιμοποιούσαν, ήταν αυτή της κοκκίδωσης, δηλαδή της στερεάς συγκόλλησης μικροσκοπικών σφαιριδίων πάνω στην μεταλλική επιφάνεια, ενώ συρματερή ονομάζεται η τεχνική της στερεάς συγκόλλησης σύρματος πάνω στην μεταλλική επιφάνεια. Για το πλέξιμο του σύρματος υπήρχαν διαφορετικές τεχνικές, είτε έστριβαν δύο σύρματα μαζί, δημιουργώντας έτσι ένα σχοινοειδές σύρμα, είτε έστριβαν δύο σχοινοειδή σύρματα με αντίθετη φορά το ένα από το άλλο, δημιουργώντας έτσι μία πλεξίδα. Χρησιμοποιούσαν, επίσης, ένθετους πολύτιμους λίθους που στερεώνονταν σε κυψέλες (κοιλώματα) του μετάλλου, τεχνική που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τεχνικής του περίκλειστου σμάλτου ή αλλιώς cloisonné.
Εποχή του Σιδήρου
Κατά την εποχή του Σιδήρου, φαίνεται πως η κοσμηματοτεχνία και οι διακοσμητικές τέχνες γενικότερα παρακμάζουν. Εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται οι τεχνικές της κοκκίδωσης και της συρματερής, οι οποίες είχαν εγκαταλειφθεί με την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων, ενώ παρατηρούνται επιρροές από εργαστήρια και τεχνίτες της Ανατολής. Στην περιοχή της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας έχει εντοπιστεί γυναικεία ταφή, πλούσια κτερισμένη με χρυσά ενώτια, δαχτυλίδια, περιδέραια κ.ά. Τα χρυσά ενώτια είναι διακοσμημένα με τις τεχνικές της συρματερής και της κοκκίδωσης, ενώ το περιδέραιο που κατά πάσα πιθανότητα είναι εισηγμένο από την Εγγύς Ανατολή, αποτελείται από χάντρες φαγεντιανής και υαλόμαζας.
Αρχαϊκή Εποχή
Ο 7ος αι. π.Χ. στην ελληνική τέχνη έχει ονομαστεί συμβολικά ανατολίζουσα περίοδος, με σκοπό να χαρακτηρίσει τις τάσεις που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στο πεδίο της τέχνης. Οι Έλληνες έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό λαών της Ανατολικής Μεσογείου, γοητεύονται από την πολυτέλεια και την κομψότητα, και τις ενσωματώνουν στις τέχνες τους. Η ανατολίζουσα τέχνη χαρακτηρίζεται από διακοσμητικότητα, εκζήτηση, πολυχρωμία και χρήση πολυτελών υλικών όπως χρυσός, άργυρος, ελεφαντόδοντο, φαγεντιανή, πολύτιμοι λίθοι κ.ά. Τα κοσμήματα απεικονίζονται και στην πλαστική της εποχής, σε αγάλματα, όπως αυτό της κόρης Φρασίκλειας, η οποία φοράει περιδέραιο, ενώτια, ψέλια και στεφάνι με άνθη λωτού. Ένα περιδέραιο από τη Σίνδο που χρονολογείται περί το 560 π.Χ. μας δίνει μια ξεκάθαρη εικόνα της τάσης που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Βαρύτιμο, ογκώδες, πολυτελές, εξεζητημένο, κατασκευασμένο περίτεχνα με κοκκίδωση και συρματερή, αποτελείται από έξι κωνικά εξαρτήματα, χρυσές χάντρες και ένα κεντρικό περίαπτο με σχήμα οξυπύθμενου αγγείου με κωνικό σώμα.

archaiko kosmima
Η κοκκίδωση, η συρματερή και η έκτυπη τεχνική χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αλλά υπάρχει επίσης εισαγωγή νέων μεθόδων και τεχνικών με τη μετανάστευση ανατολιτών τεχνιτών. Μήτρες στις οποίες χυτευόταν ο χρυσός ή ο άργυρος χρησίμευσαν ιδιαίτερα στη μαζική παραγωγή κοσμημάτων και την ανάπτυξη της κοσμηματοτεχνίας. Η χύτευση γινόταν με λίθινες μήτρες, που είχαν έγγλυφη τη μορφή του κοσμήματος, όπου χυνόταν το ρευστό μέταλλο και έπαιρνε την τελική μορφή του. Παρατηρείται η τάση για μικρογλυπτική διαμόρφωση των κοσμημάτων, με ογκώδη ανάγλυφα ή ελευθέρα μικρογλυπτά και δίνεται έμφαση στη διακόσμηση με γεωμετρικά μοτίβα και φυτικές σχηματικές παραστάσεις.
Κλασική Εποχή
Η αισθητική της πρώιμης κλασικής περιόδου επιτάσσει λιτότητα, ισορροπία και υποχώρηση του υπερβολικού διακόσμου που κυριαρχούσε στην προηγούμενη εποχή. Τον 5ο και τον 4ο αι. π.Χ. ένας πολύ χαρακτηριστικός τύπος περιδεραίου είναι αυτός με πλεχτή αλυσίδα και καρπόσχημα εξαρτήματα, ενώ πολύ δημοφιλείς είναι επίσης οι τοξωτές πόρπες. Ιδιαίτερα δημοφιλή κατά τον 4ο αι. π.Χ. είναι τα ενώτια λεμβοειδούς τύπου, που αποτελούνται από ένα κεντρικό εξάρτημα σε σχήμα μηνίσκου που κρέμεται από δίσκο διακοσμημένο συνήθως με πολύφυλλο ρόδακα. Από τον μηνίσκο κρέμονται και άλλα μικρότερα καρπόσχημα ή λογχόσχημα εξαρτήματα. Σε τάφο του Δερβενίου έχουν βρεθεί χρυσό περιδέραιο, ενώτια και πόρπες αυτών των τύπων, καθώς επίσης και χρυσή σφυρήλατη χάντρα σε μορφή κεφαλής Ηρακλή.

kosmima klasikis
Ειδικά από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ., ο χρυσός που βρίσκεται σε αφθονία αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη της κοσμηματοτεχνίας. Χρησιμοποιούνται ακόμα η έκτυπη, η κοκκιδωτή και η συρματερή τεχνική, σε συνδυασμό με την σφυρηλάτηση και την χύτευση. Κατασκευάζονται περίτεχνα μικρογλυπτά, που χρησιμοποιούνται ως εξαρτήματα σε περιδέραια και ενώτια, όπως σε ένα χρυσό ενώτιο από τη Θεσσαλία, το οποίο αναπαριστά τη Νίκη που οδηγεί δίφρο και χρονολογείται περί το 340 π.Χ.
Ελληνιστική Εποχή
Η κλασική αισθητική συνεχίζεται και στην ελληνιστική περίοδο, ενώ σταδιακά αυξάνεται και πάλι η τάση για εκζήτηση, πολυτέλεια και πολυχρωμία. Η πολυχρωμία επιτυγχάνεται με τη χρήση πολύτιμων λίθων, όπως κορναλίνης, αμέθυστος, ορεία κρύσταλλος, γρανάτης και τα διάλιθα κοσμήματα είναι τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της κοσμηματοτεχνίας της ελληνιστικής περιόδου. Ένα χρυσό διάδημα με σμάλτο που βρέθηκε στον «Τάφο του Φιλίππου» και χρονολογείται περί το 330-310 π.Χ. αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της φυσιοκρατικής τάσης της εποχής. Στο κέντρο υπάρχει ένα ηράκλειο άμμα, γύρω από το οποίο αναπτύσσονται ελικοβλαστοί, άνθη και ανθέμια. Το ηράκλειο άμμα, ο χαρακτηριστικός αυτός κόμπος, απαντά πολύ συχνά σε περιδέραια και διαδήματα της εποχής και συμβολίζει τον αέναο κύκλο ζωής και θανάτου. Δισκάρια με σμάλτο μπλε χρώματος και μικρογλυπτά μελισσών και άλλων εντόμων συμπληρώνουν την εντυπωσιακή σύνθεση.

ellinistiko kosmima

Ένα άλλο εξαιρετικό δείγμα της ελληνιστικής κοσμηματοτεχνίας είναι ένα χρυσό πλέγμα κόμης με ανάγλυφη προτομή της Αρτέμιδος στο μετάλλιο, που χρονολογείται περί τον 2ο αι. π.Χ. Επρόκειτο για ένα πολυτελές εξάρτημα κόμμωσης, που προοριζόταν για εύπορες γυναίκες, και αποτελείται από ένα κεντρικό μετάλλιο με ανάγλυφη παράσταση, γύρω από το οποίο κρέμονται αλυσίδες σε μορφή πλέγματος. Άξιο αναφοράς είναι, επίσης, ένα διάλιθο χρυσό δαχτυλίδι σε σχήμα σπείρας που απολήγει σε κεφαλή και ουρά φιδιού, με ένθετους σάρδιους. Τέτοιου είδους δαχτυλίδια, περιβραχιόνια και ψέλια σε σχήμα φιδιού που ελίσσεται και διακόσμηση με πολύτιμους λίθους αποτελούν τυπικό δείγμα των τάσεων της εποχής.
Οι ως τώρα γνωστές τεχνικές της συρματερής, της κοκκίδωσης, της κατασκευής μικρογλυπτών και αλυσίδων συνδυάζονται με την ένθεση πολύτιμων λίθων, δημιουργώντας έργα υψηλής τεχνικής και αισθητικής αξίας.
Ρωμαϊκή Εποχή
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή συνεχίζεται η ελληνιστική παράδοση, με ιδιαίτερη προτίμηση στους πολύτιμους λίθους, εισάγονται όμως και νέα στοιχεία όπως η χρήση μαργαριταριών για την διακόσμηση. Χρησιμοποιείται επίσης η τεχνική της διάτρησης, της αφαίρεσης, δηλαδή, τμήματος της επιφάνειας του κοσμήματος, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σχέδιο, ενώ κάνουν την εμφάνισή τους επιστήθια κοσμήματα που αποτελούνται από μετάλλιο ή νόμισμα κρεμασμένο από αλυσίδα.

romaiko kosmima

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ένα χρυσό μετάλλιο του 1ου αι. π.Χ. το οποίο προέρχεται από αλυσιδωτό κόσμημα στήθους και φέρει ανάγλυφη παράσταση Έρωτα, ο οποίος κρατά το ρόπαλο και τη φαρέτρα με τα βέλη που είχε κλέψει από τον Ηρακλή. Τέλος, χρησιμοποιείται και το σμάλτο, με την τεχνική millefiori, κατά την οποία ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ράβδους γυαλιού διαφορετικών χρωμάτων, κόβει κομμάτια και τα τοποθετεί σε μεταλλική βάση σε μοτίβα, τα οποία με τη θερμότητα λιώνουν και επικολλώνται στην επιφάνεια του κοσμήματος.
Βυζαντινή Εποχή
Το διάτρητο κόσμημα που εμφανίστηκε κατά τα υστερορωμαϊκά χρόνια, γνωρίζει μεγάλη διάδοση και γίνεται μία από τις κυρίαρχες τεχνικές της βυζαντινής κοσμηματοτεχνίας. Μερικά από τα κοσμήματα κατασκευασμένα με την τεχνική Opus interrasile, όπως ονομάζεται, είναι ένα χρυσό πλακίδιο με σκηνή κυνηγιού, ένα χρυσό βραχιόλι του 4ου αι. και ένα περίαπτο με διάτρητη και ανάγλυφη διακόσμηση που πλαισιώνει σόλιδο Κωνσταντίνου Α’. Η χρήση νομισμάτων στα κοσμήματα παραμένει διαδεδομένη. Τα μηνοειδή ενώτια είναι απαραίτητο κομμάτι στις προίκες και συνήθως φέρουν διακόσμηση σχετική με τον γάμο, όπως παγώνια και περιστέρια. Σκουλαρίκια φορούσαν όμως εκτός από τις γυναίκες και οι άνδρες, όπως πληροφορούμαστε και από μία τοιχογραφία σε ναό στο Αμάρι Κρήτης, όπου απεικονίζεται ο Άγιος Γεώργιος με σκουλαρίκι. Πολυτελείς αλυσίδες σώματος που φοριούνταν χιαστί στους ώμους, περιδέραια, δαχτυλίδια και περίαπτα διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια αποτελούν τις τάσεις της κοσμηματοτεχνίας στη βυζαντινή εποχή. Τα μαργαριτάρια είναι ιδιαίτερα αγαπητά, όμως, καθώς πρόκειται για οργανική ύλη, συχνά φθείρονται. Η αγάπη στην πολυχρωμία παραμένει σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, αλλά σταδιακά, από τον 10ο αι. και μετά, οι πολύχρωμοι πολύτιμοι λίθοι αντικαθίστανται με σμάλτο σε διάφορα χρώματα.

byzantino kosmima
Η συρματερή και η κοκκίδωση αξιοποιούνται σε μεγάλο βαθμό, ενώ επαναχρησιμοποιείται ευρέως και η τεχνική του περίκλειστου σμάλτου. Το σμάλτο είναι ένα υαλώδες υλικό, του οποίου οι πρώτες ύλες είναι ευτελείς, σε αντίθεση με τους πολύτιμους λίθους. Αποτελείται από γυαλί κονιορτοποιημένο, το οποίο λειώνεται με μόλυβδο και βόρακα διαμορφώνοντας μια διάφανη, άχρωμη υαλώδη μάζα. Έπειτα προστίθενται στο μείγμα διαφορετικά μεταλλικά οξείδια για να επιτευχθούν τα ποικίλα χρώματα, και όταν στερεοποιηθεί το σμάλτο, τρίβεται και γυαλίζεται. Το οξείδιο του κοβαλτίου δημιουργεί μπλε σμάλτο, το οξείδιο του σιδήρου και του μαγνησίου κόκκινο, του κασσίτερου λευκό κ.λπ. Οι τεχνικές επεξεργασίας του σμάλτου, διακρίνονται στην τεχνική συρματερού σμάλτου και στην τεχνική του περίκλειστου σμάλτου. Το συρματερό σμάλτο δημιουργείται με την κατασκευή θηκών με τη βοήθεια του σύρματος, όπου τοποθετείται το σμάλτο, ενώ λεπτομέρειες και επιγραφές γίνονται μόνο με σύρμα. Από τον 9ο αι και μετά εισάγεται η τεχνική του περίκλειστου σμάλτου, ή αλλιώς τεχνική Vollschmelz, που μεταφράζεται ως γεμάτο σμάλτο. Ελάσματα χρυσού τοποθετούνται με τη στενή πλευρά κάτω και δημιουργούν κυψέλες (cloisons) μέσα στην επιφάνεια που γεμίζεται ολόκληρη με σμάλτο. Πολύ συχνά επιλέγεται σμάλτο πράσινου χρώματος.
Από τα παραπάνω, οδηγούμαστε στο συμπερασμα ότι η αγάπη του ανθρώπου για τον καλλωπισμό και τον στολισμό του σώματος και των ενδυμάτων είναι μια συνήθεια διαχρονική· το μόνο που αλλάζει στην πάροδο των αιώνων είναι η τεχνολογία, δηλαδή οι τεχνικές, τα μέσα και τα υλικά αλλά και οι τάσεις που επικρατούν, η λεγόμενη μόδα.

Εργασία της Γεωργιάννας Ζώγκου, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη