Τρίτη, 19 Ιουλίου 2022

Τα ψηφιδωτά

Τα ψηφιδωτά

Η καταγωγή των ψηφιδωτών εντοπίζεται στη Μεσοποταμία ή την Ελλάδα. Ο λατινικός όρος «μωσαϊκό» ετυμολογείται από τις Μούσες και μια ιερή σπηλιά τους με ψηφιδωτά. Τον 5ο-4ο αι. π.Χ., τα ελληνικά ψηφιδωτά δάπεδα, που ήταν φτιαγμένα από βότσαλα, διακρίνονται για τη θαυμάσια απόδοση της λεπτομέρειας. Το πέρασμα από το στρογγυλεμένο βότσαλο στην κυβική ψηφίδα έγινε τον 3ο αι. π.Χ., πιθανότατα στην Αλεξάνδρεια. Γνωστή για τα ψηφιδωτά της υπήρξε η Πέργαμος, πατρίδα του μεγάλου καλλιτέχνη Σώσου. Τα έργα του περιέγραψε με τόση ακρίβεια ο Πλίνιος, ώστε αναγνωρίζουμε τα ρωμαϊκά τους αντίγραφα στην Ιταλία.

Στους Ρωμαίους οφείλεται η διάδοση της τέχνης του ψηφιδωτού. Ο Πλίνιος και ο Βιτρούβιος περιγράφουν με μεγάλη λεπτομέρεια την τεχνική κατασκευής και το υπόστρωμα των ψηφιδωτών. Οι τεχνικές της ψηφοθέτησης είναι οι εξής:

• Opus tessellatum
Είναι ο λατινικός όρος για την ψηφοθέτηση των ελληνικών και ρωμαϊκών ψηφιδωτών. Αποτελεί τον πλέον διαδεδομένο τρόπο ψηφοθέτησης. Με την τεχνική αυτή η τοποθέτηση των ψηφίδων γίνεται σε σειρές προς μία κατεύθυνση, δίνοντας την εντύπωση κίνησης της ψηφίδας. Επίσης, ο μέγεθος των ψηφίδων που χρησιμοποιούνται ξεπερνάει τα 4 χιλιοστά και δίνει τη δυνατότητα στον ψηφοθέτη να κόψει τις ψηφίδες στο επιθυμητό σχήμα και μέγεθος, και του επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στην επιλογή και την ανάμειξη των χρωμάτων του.
• Opus regulatum
Ελληνική και ρωμαϊκή τεχνική ψηφοθέτησης, η οποία αναφέρεται στην τοποθέτηση των ψηφίδων κάθετα και οριζόντια, σε αντίθεση με την τεχνική opus tessellatum. Οι ψηφίδες που χρησιμοποιούνται ξεπερνούν τα 4 χιλιοστά. Η συγκεκριμένη τεχνική είναι ιδανική για τη δημιουργία γεωμετρικών σχημάτων και φόντου.
• Opus vermiculatum
Είναι η παλαιότερη ελληνική τεχνική ψηφοθέτησης. Το όνομά της το οφείλει στον τρόπο τοποθέτησης των ψηφίδων που σχηματίζουν περίγραμμα γύρω από το αντικείμενο που σχεδιάζεται, σε μορφή σκουληκιού. Με τη συγκεκριμένη τεχνική προσδίδεται η αίσθηση της κίνησης. Οι ψηφίδες δεν ξεπερνούν τα 4 χιλιοστά. Η υπόλοιπη επιφάνεια καλύπτεται με την χρήση του opus tessellatum.
• Opus circumactum
Οι ψηφίδες τοποθετούνται σε σχήμα βεντάλιας, δίνοντας ένα όμορφο αποτέλεσμα. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται συνήθως στο φόντο του ψηφιδωτού.
• Opus palladianum
Στην τεχνική αυτή χρησιμοποιούνται ψηφίδες σε ακανόνιστα σχήματα. Σκοπός είναι η δημιουργία ενός μοτίβου με γρήγορο και εύκολο τρόπο, που θα προσδίδει παράλληλα ζωντάνια στο έργο. Πρόκειται για μια σύγχρονη τεχνική.
• Opus alexandrinum
Αφορά την τοποθέτηση των ψηφίδων με τρόπο, ώστε να δημιουργηθούν περίτεχνα γεωμετρικά σχήματα. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για τη διακόσμηση δαπέδων, εντός εκκλησιαστικών χώρων. Πρόκειται για μία τεχνική διακόσμησης πατωμάτων που αναπτύχθηκε για πρώτη φορά τον 9ο αι. στο Βυζάντιο, καλλιεργήθηκε στην Ιταλία και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη.
• Opus sectile
Τεχνική δημιουργίας μωσαϊκών από διαφορετικά υλικά, τα οποία τοποθετούνταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζουν παραστάσεις και μορφές. Το μέγεθος των ψηφίδων είναι μεγαλύτερο από εκείνο των άλλων τεχνικών.
• Opus signinum
Είναι μία τεχνική ψηφοθέτησης της ρωμαϊκής περιόδου. Για τη δημιουργία των μωσαϊκών χρησιμοποιούνται κεραμικά τα οποία τοποθετούνται σε ένα μείγμα ασβέστη. Οι συνθέσεις απεικονίζουν γεωμετρικά μοτίβα.
Η τέχνη των ψηφιδωτών είναι με λίγα λόγια η τέχνη επένδυσης επιφανειών, με τετράγωνες ψηφίδες οι οποίες συνήθως αποτελούνται από φυσικά πετρώματα ή από υαλόμαζα, δηλαδή από ειδικά επεξεργασμένο γυαλί. Όσον αφορά την ίδια τη διαδικασία της ψηφοθέτησης, της τοποθέτησης δηλαδή των ψηφίδων σε ένα κατάλληλα διαμορφωμένο υπόστρωμα από ασβεστοκονίαμα, αυτή είναι αρκετά χρονοβόρα και οδηγεί στη δημιουργία διαφόρων περίτεχνων διακοσμημένων επιφανειών.

Κλασική περίοδος
Οι Έλληνες, κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., προώθησαν το ψηφιδωτό ως μορφή τέχνης με ακριβή γεωμετρικά σχέδια και ανθρωπομορφικά ή θηριομορφικά μοτίβα. Το ψηφιδωτό του κλασικού κόσμου κοσμούσε συνήθως τον οίκο, συνηθέστερα την τραπεζαρία και τον προθάλαμό της. Κάτι τέτοιο υπονοεί μια στενή σχέση μεταξύ του ψηφιδωτού και του συμποσίου και απεικονίζεται σαφώς στα διονυσιακά θέματα και τις ομόκεντρες συνθέσεις, σχεδιασμένες με τρόπο ώστε να παρουσιάζουν ίδια μοτίβα σε όλους τους συνδαιτυμόνες, ανεξάρτητα από τη θέση τους στον χώρο. Καθώς μάλιστα στο συμπόσιο συμμετείχαν μόνον άνδρες, τούτη η διακόσμηση χάραζε τα διακριτά όρια ανάμεσα στον ανδρώνα και τον γυναικωνίτη.

Πολλά βοτσαλωτά ψηφιδωτά διατηρούνται σε δύο ιδιαίτερες αρχαιολογικές θέσεις, την Όλυνθο και την Πέλλα στη βόρεια Ελλάδα. Τα ψηφιδωτά της Ολύνθου χρονολογούνται στον 5ο αι. π.Χ. και είναι κυρίως τετράγωνες ή κυκλικές συνθέσεις με απλά περιγράμματα και ζωφόρους γύρω από το κεντρικό μυθολογικό θέμα. Αρκετά περίτεχνη θεωρείται εδώ η χρήση ανοικτόχρωμων και σκουρόχρωμων ψηφίδων. Οι μορφές δημιουργούνται με λευκούς λίθους σε μαύρο ή βαθύ μπλε φόντο. Μικρότεροι μαύροι λίθοι χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση των περιγραμμάτων. Οι ψηφίδες είναι ομοιόμορφες ως προς το μέγεθος και αδιαμόρφωτες και στα κεντρικά θέματα δίνεται σημασία στη λεπτομέρεια.

Ελληνιστική περίοδος
Κατά τα ελληνιστικά χρόνια τα κτήρια που χρησιμοποιούν την ψηφιδωτή διακόσμηση αυξάνονται. Στη συγκεκριμένη περίοδο, τα ψηφιδωτά δεν περιορίζονται στους χώρους των συμποσίων ή στον διάκοσμο του ανδρώνα. Γίνεται σαφές από τα ευρήματα ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα του χώρου στον ελληνιστικό οίκο ήταν αφιερωμένο στη διασκέδαση των φιλοξενουμένων. Η αύξηση της χρήσης του ψηφιδωτού σε αυτή την περίοδο φαίνεται πως έγινε λόγω μιας αυξανόμενης ευημερίας, που συνδυαζόταν με εθιμικές αλλαγές, οι οποίες έκαναν περισσότερο αποδεκτή την επίδειξή της. Τα ψηφιδωτά κατά την ελληνιστική περίοδο παύουν σταδιακά να χρησιμοποιούν κροκάλες και στρέφονται στη χρήση τεχνητά κομμένων κύβων (ψηφίδων) από λίθο, τερακότα, γυαλί κ.ά. Το opus tessellatum, όπως είναι γνωστή η τεχνική από τη λατινική ονομασία της, θεωρείται συχνά ότι αντέγραφε τοιχογραφίες ή πίνακες. Αυτό το γεγονός, άλλωστε, μπορεί να αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη πίσω από την επινόηση της συγκεκριμένης τεχνικής, όπως φαίνεται κυρίως στα σωζόμενα έργα της Πέλλας και της Πομπηίας, μεταγενέστερα. Τα ψηφιδωτά αυτής της περιόδου παρουσίασαν πολλές τεχνοτροπίες και τεχνικές καινοτομίες, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατός ο χρονικός προσδιορισμός τους. Υπάρχουν ψηφιδωτά του 3ου αι. π.Χ. που ακολουθούν την τεχνική της χρήσης μικροψηφίδων, αλλά υπάρχουν χαμένοι κρίκοι της αλυσίδας του χρόνου, που μας διαφεύγουν.

Η τεχνική τελειοποιήθηκε σε κάποια από τις βασιλικές αυλές των ελληνιστικών βασιλείων, πιθανώς στην Αλεξάνδρεια ή την Πέργαμο, όπου αποκαλύφθηκαν έργα ιδιαίτερης λεπτότητας και τεχνικής. Περίπου από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η τέχνη του ψηφιδωτού κατακτά τους πλούσιους οίκους του ελληνιστικού κόσμου. Οι λαοί του ελληνιστικού κόσμου υιοθέτησαν την τέχνη του ψηφιδωτού, ως μέσο έκφρασης της ελληνικής τους ταυτότητας ή ως μέσο επίδειξης οικειότητας με τον ελληνικό πολιτισμό. Η χρηστικότητα του ψηφιδωτού στην αρχιτεκτονική δομή των ελληνιστικών κτηρίων προσλαμβάνει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς γίνεται το μέσο φυσικού διαχωρισμού σε περιπτώσεις που ο χώρος δεν είναι αρκετός σε μικρότερα κτήρια. Η επίδειξη της κοινωνικής θέσης απαιτεί την ύπαρξη περισσότερων του ενός συμποσιακών χώρων και τούτο γίνεται εφικτό χάρη στην αρχιτεκτονική, πλέον, χρήση της τέχνης.

Στην ελληνιστική περίοδο έχουμε δύο διαφορετικές τεχνοτροπίες, την ανατολική και τη δυτική. Τα χαρακτηριστικά αυτών των δύο τάσεων φαίνονται καθαρότερα στα πρώιμα ψηφιδωτά της Πομπηίας που ακολουθούν την ελληνική δυτική παράδοση, εμπλουτισμένη με σκηνές από την καθημερινότητα. Οι αριστοκράτες της Πομπηίας αναζητούσαν μια διακόσμηση που θα εξέφραζε την εξοικείωσή τους με τον ελληνικό πολιτισμό, γεγονός που οδηγούσε στην αύξηση παραγωγής αντιγράφων ή τη χρήση όλων των υφολογικών στοιχείων της ελληνικής τεχνοτροπίας. Στην Πομπηία φαίνεται πως οι απαιτήσεις των ανθρώπων εξυπηρετούνταν από διαφορετικές τεχνικές παραγωγής. Υπάρχουν ενδείξεις διαχωρισμού μεταξύ της παραγωγής επιτοίχιων και επιδαπέδιων ψηφιδωτών, η οποία γινόταν πιθανώς από τοπικούς τεχνίτες.

Ρωμαϊκά χρόνια
Η διαρκής επέκταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν το πρόσφορο μέσο για τη διάδοση του ψηφιδωτού, την εποχή εκείνη. Οι Ρωμαίοι, πρόθυμοι να υιοθετήσουν τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της εξελληνισμένης ανατολικής Μεσογείου, εισήγαγαν το ψηφιδωτό τόσο στους χώρους λατρείας τους όσο και στην οικιστική αρχιτεκτονική. Τα ρωμαϊκά θέματα περιλαμβάνουν λατρευτικές και οικιακές σκηνές καθώς και γεωμετρικά μοτίβα. Οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν το ψηφιδωτό από τέχνη περιορισμένη στους «λίγους», σε ένα σύνηθες διακοσμητικό μέσο ( π.χ. οικίες στη Δήλο, 2ος αι. π.Χ.).

Στη διάρκεια του 3ου αι., η θέση του ψηφιδωτού αλλάζει ριζικά. Ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους, το μέσο αυτό αποτελούσε μέρος του εξωραϊσμού της αρχιτεκτονικής κήπων, που αγαπούσαν ιδιαίτερα οι ηγεμόνες της εποχής. Εξίσου σημαντική είναι και η μαρτυρία ότι το ψηφιδωτό χρησιμοποιούνταν για να απεικονίσει ιερές παραστάσεις. Η νέα αυτή εφαρμογή του ψηφιδωτού, για την φιλοτέχνηση δηλαδή θρησκευτικών παραστάσεων στους τοίχους, μαρτυρείται ήδη από τον 3ο αι.( ναός του Μίθρα στην Όστια/χριστιανικός τοίχος και ψηφιδωτό θόλου που απεικονίζει τον Χριστό ως Ήλιο, σε μαυσωλείο κάτω από τον Άγιο Πέτρο της Ρώμης). Ο νέος ρόλος που απέκτησε το ψηφιδωτό ίσως σχετίζεται και με την παράλληλη μείωση του ενδιαφέροντος για τις τρισδιάστατες παραστάσεις. Το λατρευτικό ψηφιδωτό αντικατέστησε έτσι το λατρευτικό άγαλμα, καθώς το ψηφιδωτό αποτέλεσε το δισδιάστατο μέσο που θεωρήθηκε ότι μπορούσε να απεικονίσει πιο πειστικά τις θρησκευτικές αξίες και ιδέες.

Παλαιοχριστιανική περίοδος
Από τις παλαιότερες χριστιανικές διακοσμήσεις τοίχων με την τέχνη του ψηφιδωτού είναι εκείνη της εκκλησίας της Αγίας Κωνσταντίας της Ρώμης (Santa Constanza) που χτίσθηκε το 320-330 ως μαυσωλείο για την κόρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Η θεματολογία των παραστάσεων περιλαμβάνει αρκετά διονυσιακά και ειδωλολατρικά στοιχεία, αν και ανάμεσα στα μη χριστιανικά εικονογραφικά της διακόσμησης υπήρχε και μία σειρά σκηνών από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί ένα ανεξάρτητο χριστιανικό εικονογραφικό πρόγραμμα και τα διονυσιακά στοιχεία επιλέχθηκαν λόγω της αλληγορικής σημασίας που έχει η άμπελος και ο οίνος στη χριστιανική λατρεία.

Άλλα μνημεία του 4ου αι. αποτελούν τα ψηφιδωτά δάπεδα του καθεδρικού ναού της Ακουιληίας, με συμβολικές παραστάσεις του Καλού Ποιμένα και σκηνές από την ιστορία του Ιωνά καθώς και η διακόσμηση του τρούλου ενός μαυσωλείου στο Κονσταντί της Ταραγόνας (Ισπανία), με σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Μία σειρά από καλοδιατηρημένα ψηφιδωτά μας επιτρέπουν να δούμε την πρόοδο της τέχνης του ψηφιδωτού στην Ιταλία του 5ου αι.: άγγελοι στην Σάντα Μαρία Ματζόρε της Ρώμης, πνευματικές φυσιογνωμίες των Αποστόλων στο Βαπτιστήριο των Ορθοδόξων στη Ραβέννα, το εσωτερικό του Μαυσωλείου της Γκάλλα Πλακίντια στη Ραβέννα κ.ά. Επομένως, ένα νέο χριστιανικό εικονογραφικό πρόγραμμα είχε ήδη ξεκινήσει να αναπτύσσεται εκείνη την εποχή.

Βυζαντινή εποχή
Όπως προαναφέραμε, το ψηφιδωτό άνθησε στην ελληνιστική Ανατολή καθώς και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ήδη από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια είχε δημιουργήσει παράδοση στην πολυτελή διακόσμηση ανακτόρων, επαύλεων καθώς και λουτρικών συγκροτημάτων. Ενώ, όμως, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο τα ψηφιδωτά χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη δαπέδων, τη βυζαντινή περίοδο χρησιμοποιούνταν και στη διακόσμηση εσωτερικών τοίχων. Με την άνοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον 5ο αι. αυτή η μορφή τέχνης απέκτησε νέα χαρακτηριστικά. Στη βυζαντινή τέχνη, το ψηφιδωτό φτάνει στη λαμπρότερη στιγμή του. Η αντοχή στην υγρασία και τον χρόνο, το υψηλό κόστος των υλικών και της εκτέλεσής του, καθώς και η δεξιοτεχνία τους, θεωρήθηκαν ότι εξασφάλιζαν την ποιότητα που άρμοζε στη μνημειακή τέχνη της θριαμβεύουσας αυτοκρατορίας.

Οι ασιατικές τεχνοτροπίες και η χρήση ειδικών υάλινων ψηφίδων που κατασκευάζονταν στη βόρεια Ιταλία και τις γνωρίζουμε με τον γενικό όρο σμάλτα, ήταν ένα νέο χαρακτηριστικό στην τέχνη των ψηφιδωτών. Τα σμάλτα κατασκευάζονταν από παχιά στρώματα έγχρωμης υάλου, είχαν ακανόνιστη επιφάνεια και περιείχαν μικροσκοπικές φυσαλίδες αέρα. Ενίοτε, στην οπίσθια όψη τους ήταν καλυμμένα με αργυρά ή χρυσά λεπτά φύλλα, προκειμένου να παράγουν το ανάλογο αισθητικό αποτέλεσμα της υποβόσκουσας φωτεινότητας, μιας αφαιρετικής διάστασης της ιερότητας, που δεν απαντά σε καμία άλλη περίοδο της τέχνης του ψηφιδωτού.

Πρώιμα βυζαντινά ψηφιδωτά (4ος – 7ος αι.)
Τα ψηφιδωτά που φιλοτεχνήθηκαν στη Ραβέννα για τον Οστρογότθο βασιλιά Θεοδώριχο αποτελούν τις πρώτες ολοκληρωμένες εκδηλώσεις της βυζαντινής τέχνης στη Δύση. Όπως φαίνεται σε δύο από τα κυριότερα έργα τέχνης της εποχής του, το Βαπτιστήριο των Αρειανών και την εκκλησία του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, το χρυσό φόντο τώρα, πλέον, κυριαρχεί. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η τάση για ενοποίηση αρχιτεκτονικής και ψηφιδωτής διακόσμησης.

Στην Ανατολή, ο περίκεντρος ναός (Ροτόντα) του Αγίου Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη φανερώνει την πρωιμότερη άνθηση του βυζαντινού ψηφιδωτού (4ος αι.). Τα εν μέρει σωζόμενα ψηφιδωτά του δείχνουν μια διάταξη σχετική με εκείνη του Βαπτιστηρίου των Ορθοδόξων στη Ραβέννα. Στις μορφές των αγίων, στα πρόσωπα και στα χέρια χρησιμοποιείται κυρίως φυσική πέτρα και έτσι οι λεπτές τονικές διαβαθμίσεις της κάνουν αντίθεση με τις βίαιες παραθέσεις των έγχρωμων γυάλινων ψηφίδων των ενδυμάτων και της κόμης. Το πρόγραμμα του ψηφιδωτού διακόσμου της Ροτόντας βρίσκεται κυρίως στο αρχαίο χριστιανικό ημερολόγιο και μαρτυρολόγιο. Τέλος, οι μορφές των αγίων (όπως η λεπτομέρεια με τον άγιο Ονησιφόρο) έχουν αδρά ελληνιστικά περιγράμματα και εκφραστικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην αιωνιότητα.

Στα ψηφιδωτά του 6ου αι. συναντώνται οι πρώτες εκλεπτύνσεις που εισήγαγαν οι Βυζαντινοί για να εξάρουν τη λάμψη των χρυσών ψηφίδων, όπως η τοποθέτησή τους σε λοξές γωνίες για να κατευθύνουν τις αντανακλάσεις τους προς τον θεατή. Λαμπρά ψηφιδωτά από πολλές περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου αποκαλύπτουν τη συνεχή ανάπτυξη και τελειοποίηση της τεχνικής τους: ψηφιδωτά από τη Μονή του Οσίου Δαυίδ (5ος αι), καθώς και του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη (6ος και 7ος αι.), και αλλού. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι στολισμένος με ψηφιδωτά διαφόρων εποχών. Πρόκειται για παραστάσεις που έγιναν περιστασιακά και δεν παρουσιάζουν οργανωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Τέλος, τα ψηφιδωτά δάπεδα του Μεγάλου Παλατιού των Βυζαντινών αυτοκρατόρων στην Κωνσταντινούπολη - με τις βουκολικές παραστάσεις, τις σκηνές άγριων θηρίων και τα συμπλέγματα μορφών από την ελληνική μυθολογία - μαρτυρούν την ύπαρξη ενός κλασικιστικού ρεύματος στην Κωνσταντινούπολη του 6ου αι.

Μεσοβυζαντινά ψηφιδωτά (8ος – 12ος αι.)
Η εικονομαχική περίοδος ελάχιστα επηρέασε την εξέλιξη της τέχνης του ψηφιδωτού, όπως μας δείχνουν τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία δείχνουν τη συνέχιση της πρώιμης βυζαντινής παράδοσης, τουλάχιστον από άποψη χρωμάτων και τεχνικής. Τώρα, το ενδιαφέρον για το φως εμφανίζεται πιο έντονα από ποτέ. Στα λιγότερο φωτισμένα μέρη του γυναικωνίτη και του νάρθηκα του ναού, το χρυσό βάθος περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ασημένιων ψηφίδων ανάμεσα στις χρυσές έτσι ώστε να αυξηθεί η λάμψη. Η διάταξη των εικόνων περιελάμβανε μία σειρά μεγαλοπρεπών παραστάσεων της Παναγίας, σειρές αγίων σε ζώνες, προφήτες και επισκόπους. Πιο ψηλά θα υπήρχε μια φρουρά αγγέλων και στο κέντρο του τρούλου, ο Χριστός. Αυτή ήταν η εικονογραφική διάταξη των εκκλησιών, κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στο καθολικό της Μονής Δαφνίου υπάρχει ένα από τα καλύτερα διατηρημένα διακοσμητικά σύνολα αυτού του τύπου.

Σχετικά με την τεχνοτροπία των ψηφιδωτών, διακρίνονται διάφορες «σχολές», όπως η «Σχολή της Πρωτεύουσας», κλασικότερου χαρακτήρα, με έμφαση στην καθαρότητα του συνόλου, τους απαλότερους χρωματικούς τόνους και τη μεγαλύτερη πλαστικότητα και κομψότητα των μορφών (Δαφνί, Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης), και μια «Επαρχιακή Σχολή», προσηλωμένη περισσότερο στην παράδοση και με προτίμηση στα έντονα χρώματα (Όσιος Λουκάς, Νέα Μονή Χίου).

Υστεροβυζαντινά ψηφιδωτά
Η «Αναγέννηση» των Παλαιολόγων (1261-1453) οδήγησε στην ανανέωση της τέχνης, εν γένει. Τα αποτελέσματά της, όπως εκφράστηκαν στα ψηφιδωτά, ήταν μοναδικά. Οι ψηφιδογράφοι προχώρησαν στην αναμόρφωση της τεχνικής τους. Το μέγεθος των ψηφίδων έγινε μικρότερο, τα περιγράμματα έχασαν την ακαμψία τους, έγιναν λεπτότερα και σε κάποιες περιπτώσεις εξαφανίστηκαν. Το χρώμα επανήλθε, παρέχοντας στα έργα της εποχής αυτής ομοιότητα με την παλαιοχριστιανική περίοδο. Επίσης, το ενδιαφέρον για τις οπτικές εντυπώσεις του χρυσού φαίνεται να επανέρχεται. Οι θόλοι καλύπτονται με ψηφιδωτά, δημιουργώντας φωτεινές ανταύγειες. Τέτοιοι θόλοι σώζονται στην Κωνσταντινούπολη, στη Μονή της Χώρας και στον ναό της Παμμακαρίστου. Τέλος, στην Άρτα, η Μονή της Παναγίας Παρηγορήτισσας (1290) διακοσμήθηκε από κωνσταντινοπολίτικο συνεργείο. Εκεί, ο Παντοκράτορας που δεσπόζει στον τρούλο, οι προφήτες και τα εξαπτέρυγα θυμίζουν τη Μονή Δαφνίου.

Βυζαντινά ψηφιδωτά-διαδικασία
Οι τεχνίτες έπρεπε να διαθέτουν πολλή υπομονή, έτσι ώστε να ανταπεξέλθουν στο χρονοβόρο έργο της κατασκευής ενός ψηφιδωτού και, κατά συνέπεια, της τοποθέτησης των πολλών μικρών ψηφίδων. Οι ψηφίδες κατασκευάζονταν, δηλαδή κόβονταν, από υλικά που ποικίλουν, συχνά ακριβά και σπάνια μάρμαρα και διάφορες πέτρες με εντυπωσιακούς χρωματισμούς, κεραμίδι και χρωματιστή υαλόμαζα.

Τα βυζαντινά ψηφιδωτά βρίσκονταν μακριά από τα δάπεδα και έτσι, αφού δεν είχαν κίνδυνο να φθαρούν, χρησιμοποιούσαν σε αυτά γυάλινες ψηφίδες, γεγονός που έδινε εντυπωσιακό χρωματικό πλούτο και στιλπνότητα στη διακόσμηση. Ωστόσο, η εξέταση της διακόσμησης της Μονής Δαφνίου μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η βασική αιτία για τη λαμπρότητα των βυζαντινών ψηφιδωτών είναι η χρήση χρυσών και αργυρών ψηφίδων. Οι ψηφίδες αυτές χρησιμοποιούνταν σε πολυτελή ή ιδιαίτερα φωτισμένα ενδύματα, έπιπλα και κτήρια, αλλά κυρίως για να γεμίσουν το βάθος των παραστάσεων. Το χρυσό βάθος προσδίδει εξωπραγματικό χαρακτήρα στις συνθέσεις και κάνει τις πρωταγωνιστικές μορφές να μοιάζουν άυλες. Οι χρυσές και αργυρές ψηφίδες κατασκευάζονταν ως εξής: πάνω σε στρώμα ειδικά επεξεργασμένου γυαλιού άπλωναν κόλλα και ακολούθως λεπτότατο φύλλο χρυσού ή ασημιού. Αυτό με τη σειρά του το κάλυπταν με λεπτό προστατευτικό στρώμα γυαλιού (εφυάλωση). Μετά την κατασκευή και την προσεκτική επιλογή των ψηφίδων, ακολουθούσε η προετοιμασία του τοίχου που θα φιλοξενούσε το ψηφιδωτό. Αρχικά, γινόταν στεγανοποίηση με τη χρήση πίσσας ή ρητίνης, έτσι ώστε η παράσταση να προστατευθεί από την υγρασία του τοίχου. Στη συνέχεια, προκειμένου να συνδεθεί το υπόστρωμα των ψηφιδωτών με τον τοίχο, ειδικά σε περιπτώσεις θόλων, κάρφωναν ανά διαστήματα καρφιά, που εξείχαν από τον τοίχο και χώνονταν στο πρώτο στρώμα σοβά του υποστρώματος.

Στο σύνολο, περνούσαν την επιφάνεια του τοίχου με τρία επάλληλα στρώματα σοβά. Το πρώτο ήταν αρκετά χοντρό, καθώς περιείχε ασβέστη, άμμο, θηραϊκή γη και τριμμένο κεραμίδι. Το μείγμα αυτό, το λεγόμενο κονίαμα , ήταν πολύ σκληρό και ανθεκτικό στην υγρασία. Ακολουθούσε στρώμα λεπτότερου κονιάματος, όπου και γινόταν το προσχέδιο της παράστασης του ψηφιδωτού. Ενίοτε, το προσχέδιο σε πολύ γενικές γραμμές γινόταν κατευθείαν στον γυμνό, ασοβάτιστο τοίχο, προκειμένου η διακόσμηση να οργανωθεί αποτελεσματικά σε σχέση με το επιθυμητό εικονογραφικό πρόγραμμα και την αρχιτεκτονική διάταξη των χώρων. Μετά το δεύτερο στρώμα επιχρίσματος απλωνόταν ένα ακόμα λεπτότερο κονίαμα, πάνω στο οποίο οι υπομονετικοί τεχνίτες έμπηγαν τις ψηφίδες. Το τμήμα αυτό της εργασίας ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό, καθώς οι απειράριθμες ψηφίδες έπρεπε να τοποθετηθούν στον επιχρισμένο τοίχο με ανόμοια κλίση, ώστε να έχουν διαφορετική συμπεριφορά στο φως, πολλαπλασιάζοντας τη λάμψη της πολύχρωμης επιφάνειας. Ο λεπτότατος σοβάς απλωνόταν τμηματικά, σε επιφάνειες τόσο περιορισμένες, ώστε να επιτρέπουν στους ψηφοθέτες να προλαβαίνουν να δουλεύουν όσο το επίχρισμα ήταν αρκετά νωπό και οι ψηφίδες κολλούσαν καλά. Έτσι, κάθε μέρα εργασίας ξεκινούσε με την επίστρωση του λεπτότερου σοβά στην επιφάνεια που υπολόγιζαν πως θα ολοκληρωνόταν μέχρι το τέλος της ημέρας. Στα σημεία όπου απαιτούνταν εξαιρετική προσήλωση και λεπτομέρεια, όπως τα κεφάλια των μορφών, χρησιμοποιούνταν η μέθοδος της έμμεσης ψηφοθέτησης: τα σχέδια δουλεύονταν σε οθόνια από λινό πανί που τοποθετούνταν στην κατάλληλη θέση του τοίχου.

Σε αντίθεση με τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά ψηφιδωτά, που λειαίνονταν εκτενώς μετά την τοποθέτηση της τελευταίας ψηφίδας, η επιφάνεια των βυζαντινών ψηφιδωτών παρέμενε εντελώς ακατέργαστη. Έτσι, η αντανάκλαση των σε διαφορετικές κλίσεις τοποθετημένων ψηφίδων αυξανόταν ακόμα περισσότερο, προσδίδοντας επιπλέον φωτεινότητα στο τελικό αποτέλεσμα.

Εργασία των Ευπραξίας Κελίδου & Χαριτίνης Κουμπουλή, στο πλαίσιο της πρακτικής τους άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη

ΠΗΓΕΣ

https://www.slideshare.net/PeterTzagarakis/07-61413485

www.themata-archaiologias.gr : «Η λάμψη του ψηφιδωτού. Αυθεντικά και αντίγραφα από τη Θεσσαλονίκη και τη Ραβέννα»

http://kalagias.weebly.com/betaupsilonzetaalphanutauiotanualpha-psietaphiiotadeltaomegataualpha.html

https://anemourion.blogspot.com/2017/09/blog-post_841.html

Δημήτρης Πλάντζος: «Ελληνιστική Τέχνη και Αρχαιολογία» , 2011

http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/psi/psiphidota.htm?fbclid=IwAR34l4_mJYq7J_Q_isL_kTxXDvJrGrPZnGq62klrBkrFQpLaw80Xbklw2Kg

https://texnografia.blogspot.com/2012/09/blog-post_9.html?m=1&fbclid=IwAR0ZVXw0sQ-3JkdLH77AVQ8sG8XDZgFTfty5eaLLGMNH0PAXK_tai4GQvwQ