Τρίτη, 19 Ιουλίου 2022

Υφαντουργία - Αργαλειός

Υφαντουργία - Αργαλειός

Υφαντουργία ονομάζεται η βιομηχανία παραγωγής υφασμάτων. Σήμερα η Ελλάδα αποτελεί μια από τις πιο προηγμένες υφαντουργικές χώρες. Στην κλωστοϋφαντουργία ξεπερνά τις προσδοκίες, καλύπτοντας τις ανάγκες της, αλλά παράλληλα παράγοντας και αξιοπρεπείς ποσότητες για εξαγωγή σε χώρες του εξωτερικού. Παρόλα αυτά η τέχνη της ύφανσης είναι γνωστή από την αρχαιότητα, από τα προϊστορικά κιόλας χρόνια και δημιουργήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να αντικαταστήσει το δέρμα των ζώων, που χρησιμοποιούσε για να προστατεύεται από το κρύο, με πιο εύχρηστα υλικά.

Η υφαντική δραστηριότητα χρονολογείται ήδη από την Νεολιθική εποχή, πριν ακόμα ο άνθρωπος ιδρύσει τις πρώτες πόλεις. Διασώθηκαν όμως σημαντικές ποσότητες υφασμάτων μόνο από δύο πολιτισμούς, των Αιγυπτίων και των Ίνκας στο Περού, καθώς τα υφάσματα αποτελούνταν από οργανικά υλικά, τα οποία φθείρονται με το πέρασμα του χρόνου. Στην Αίγυπτο έχουν βρεθεί λινά υφάσματα χρονολογούμενα από το 4000. π.Χ., ενώ στο Περού βαμβακερά και μάλλινα. Περίπου το 2500 π.Χ. εμφανίζεται στην Κίνα ένα από τα πολυτιμότερα υλικά στο χώρο του υφάσματος, το μετάξι. Για την επεξεργασία όλων αυτών των υλικών και την παραγωγή υφασμάτων, το βασικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα μέχρι και τον 20ο αιώνα αποτελεί ο αργαλειός.
Πρόκειται για ένα αρχαίο οικιακό εργαλείο, ουσιαστικά ένα είδος μηχανής, η οποία τίθεται σε λειτουργία χειροκίνητα και παράγει ύφασμα. Αναφέρεται στον Όμηρο ως «ιστός» και συγκεκριμένα στην Οδύσσεια, όπου «η Πηνελόπη ύφαινε όλη μέρα και ξεΰφαινε όλη νύχτα, περιμένοντας τον Οδυσσέα, τον σύζυγο της, προκειμένου να αποφύγει τους μνηστήρες». Στην αρχαία Ελλάδα προστάτιδα του αργαλειού και της υφαντικής τέχνης ήταν η θεά Αθηνά, γνωστή και ως Εργάνη Αθηνά. Στην Ελλάδα άργησε λίγο να εμφανιστεί ο αργαλειός, αλλά από την καθιέρωση του και στο εξής αποτέλεσε το βασικό εργαλείο ενός νοικοκυριού. Ήταν αποκλειστική ασχολία των γυναικών. Κάθε νοικοκυριό έπρεπε να είναι αυτόνομο ως προς την παραγωγή υφασμάτων και ρουχισμού. Έτσι, λοιπόν, οι γυναίκες του σπιτιού με τη χρήση του αργαλειού ικανοποιούσαν τις ανάγκες της οικογένειας σε ρούχα και οποιοδήποτε άλλο υφασμάτινο αντικείμενο.
Δείγματα από το σημαντικό αυτό εργαλείο, που παρομοιάζεται ως προς τη σπουδαιότητα του με την ανακάλυψη της τυπογραφίας, δεν έχουν διασωθεί. Αυτό συμβαίνει διότι οι αργαλειοί κατασκευάζονταν από φθαρτά υλικά, με βάση το ξύλο. Εξαίρεση αποτελούν κάποια τμήματα του μηχανισμού, όπως για παράδειγμα οι αγνύθες (βαρίδια), κατασκευασμένα από πηλό, λίθο ή μόλυβδο που έχουν βρεθεί σε μεγάλες ποσότητες παγκοσμίως. Πληροφορίες για τους τύπους των αργαλειών και τις χρήσεις τους έχουμε, πέρα από τον Όμηρο και τις αγνύθες που έχουν βρεθεί, από μύθους, μαρτυρίες και κυρίως από την κεραμική.

argal aggeia

Αμέτρητα αγγεία φέρουν πάνω τους παραστάσεις με γνέσιμο κλωστής και διάφορους τύπους αργαλειών. Επίσης σημαντικό παράγοντα πληροφορίων αποτελούν τοιχογραφίες που απεικονίζουν την ποικιλία των ενδυμάτων που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος και μετέπειτα τα βυζαντινά χειρόγραφα.
Διαδικασία κατασκευής υφασμάτων
Η διαδικασία κατασκευής υφασμάτων ήταν μια ιδιαίτερα πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία, που απαιτούσε υψηλό επίπεδο τεχνικής και ειδικά εργαλεία. Τα εργαλεία ήταν κατασκευασμένα από πηλό, λίθο ή οστό, σε διαφορετικούς τύπους για κάθε στάδιο της παραγωγής και αποτελούν την σημαντικότερη κατηγορία αρχαιολογικής μαρτυρίας. Τα δύο βασικά εργαλεία για την παραγωγή υφάσματος από την αρχαιότητα μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση ήταν το αδράχτι και ο αργαλειός. Με το πρώτο γνεθόταν το νήμα, ενώ με το δεύτερο υφαινόταν το ύφασμα.
1. Επεξεργασία πρώτης ύλης
Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για αιώνες στην παραγωγή υφάσματος ήταν το μαλλί που χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στον ελλαδικό χώρο, το λινάρι πιο σπάνια λόγω της υψηλής του αξίας, το μετάξι το οποίο χρησιμοποιείται κατά τα ελληνιστικά χρόνια και το βαμβάκι, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Ρωμαίους. Από όλες τις πρώτες ύλες, το πιο γνωστό για την εκτεταμένη χρήση του στην αρχαία Ελλάδα ήταν το μαλλί προβάτου. Για την επεξεργασία του ακολουθούνταν κάποια συγκεκριμένα βήματα. Αρχικά, κούρευαν το πρόβατο και έπλεναν το μαλλί πολύ καλά ώστε να φύγουν οι ακαθαρσίες. Στη συνέχεια, ακολουθούσε η έκθεσή του στον ήλιο για να στεγνώσει και έπειτα βαφόταν με φυτικές ή ορυκτές χρωστικές ουσίες. Στο τέλος, έξαιναν το μαλλί για να αφρατέψει και να δημιουργηθούν μπάλες μαλλιού, οι τουλούπες. Πλέον, το μαλλί ήταν έτοιμο για το επόμενο στάδιο της δημιουργίας κλωστής.
2. Κατασκευή κλωστής
Για την κατασκευή κλωστής ακολουθείται η διαδικασία του γνεσίματος. Πρόκειται ουσιαστικά για τη διαδικασία κατά την οποία οι ίνες της πρώτης ύλης στρίβονται για να δημιουργήσουν την κλωστή. Στα πανάρχαια χρόνια η συγκεκριμένη διαδικασία γινόταν με τα χέρια. Στην αρχαία Ελλάδα, όμως, χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τρία εργαλεία, το αδράχτι, η ρόκα και το σφονδύλι.
Το αδράχτι αποτελεί μια ξύλινη ράβδο μέσα από την οποία διέρχεται το σφονδύλι (ένα κυκλικό βαρίδι από πηλό, πέτρα, οστό ή ξύλο, με μια οπή στο κέντρο). Με αυτά τα εργαλεία γινόταν το γνέσιμο. Αναλυτικότερα στην άκρη του αδραχτιού στερεωνόταν η άκρη της πρώτης ύλης μαλλιού, λιναριού κ.ά., με μία κίνηση έστριβαν το αδράχτι και το άφηναν να αιωρείται. Κατά την περιστροφή, την ίδια κίνηση ακολουθούσε και η πρώτη ύλη, με αποτέλεσμα να παράγεται η κλωστή. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές σε αυτό το εργαλείο ανά περιόδους και περιοχές. Έχει κατασκευαστεί αδράχτι και σφονδύλι από πολύτιμα υλικά όπως ελεφαντοστό και ασήμι, όπως π.χ. η χρυσή ηλακάτη της Ομηρικής Ελένης. Ευρήματα από αδράχτια είναι ελάχιστα λόγω του ξύλινου υλικού τους που φθείρεται στον χρόνο, σε αντίθεση με τα σφονδύλια, που αποτελούν συχνό εύρημα. Αξιοσημείωτα είναι δυο οστέινα αδράχτια, του 4ου αι. π.Χ., που βρέθηκαν στην περιοχή του Κεραμεικού. Η ρόκα αποτελεί ένα ξύλινο διχαλωτό ραβδί πάνω στο οποίο τοποθετείται η πρώτη ύλη όταν είναι έτοιμη για γνέσιμο.
3. Κατασκευή υφάσματος
Το τρίτο στάδιο που περιελάμβανε την κατασκευή του υφάσματος, γινόταν στον αργαλειό. Σκοπός του αργαλειού ήταν να πραγματοποιήσει την ύφανση των κλωστών, ώστε να δημιουργηθεί το ύφασμα. Η λειτουργία του αργαλειού βασίζεται σε δύο συστήματα κλωστών. Το ένα είναι το στημόνι, το οποίο τεντώνεται και παραμένει σταθερά τεντωμένο και το δεύτερο είναι το υφάδι το οποίο περνά ανάμεσα από τα στημόνια. Ο ρόλος του αργαλειού είναι η διαπλοκή, δηλαδή το πέρασμα των κλωστών του υφαδιού ανάμεσα σε αυτές του στημονιού, πολύ γρήγορα σχεδόν μηχανικά, ώστε να επιτευχθεί η ύφανση των κλωστών. Στην Ανατολική Μεσόγειο ανά περιοχές επικρατούν δύο βασικοί τύποι αργαλειού, ο κάθετος και ο οριζόντιος.
4. Φινίρισμα
Το τέταρτο και τελευταίο στάδιο παραγωγής υφάσματος αποτελεί το φινίρισμα. Πρόκειται για το στάδιο όπου πραγματοποιούνται οι τελευταίες διεργασίες πάνω στο ύφασμα προτού θεωρηθεί έτοιμο για χρήση. Υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες που ασχολούνταν με το φινίρισμα των υφασμάτων και ονομάζονταν κναφείς. Εκείνοι έπλεναν καλά τα υφάσματα ώστε να απομακρυνθούν οι λιπαρές ουσίες, τα χτύπαγαν με ραβδιά και τα πατούσαν με τα πόδια ώστε να μαλακώσουν και να σφίξουν οι ίνες. Ύστερα ακολουθούσε το στέγνωμα και μετά άλλες διαδικασίες επεξεργασίας, όπως τρίψιμο με άργιλο, βούρτσισμα με ακανθώδη φυτά ή δέρμα από σκαντζόχοιρο. Τότε το ύφασμα ήταν έτοιμο να δεχτεί τεχνικές διακόσμησης όπως το κέντημα και η ζωγραφική σε ύφασμα. Από το 3000 π.Χ. χρονολογείται και η τεχνική του πλισαρίσματος, δηλαδή η δημιουργία μόνιμων πιετών στα υφάσματα. Ενώ γνωστά είναι και τα αρωματισμένα υφάσματα που φορούσαν οι θεές στον Όμηρο.

chitonas
Τα αρχαία υφάσματα που έχουν διασωθεί στον ελλαδικό χώρο είναι ελάχιστα, καθώς οι κλιματολογικές συνθήκες δεν ευνοούν τη διατήρηση οργανικών υλικών. Αυτά που έχουν βρεθεί προέρχονται αποκλειστικά από ταφικά σύνολα. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της Εποχής του Σιδήρου οι άνθρωποι θάβονταν συχνά μαζί με προσωπικά τους αντικείμενα, πολλά από τα οποία ήταν μεταλλικά. Τα μέταλλα ευνοούν τη διατήρηση των υφασμάτων, καθώς σκοτώνουν τους μικροοργανισμούς που θα κατέστρεφαν τα οργανικά υλικά, ενώ παράλληλα τα άλατα των μετάλλων βοηθούν και στη διατήρηση των ινών των υφασμάτων. Έτσι, έχουν διασωθεί αρκετά τμήματα υφασμάτων αρχαιοελληνικής και ιταλικής προέλευσης. Από τις τεχνικές διαφορές που διαπιστώθηκαν ανάμεσα τους φαίνεται ότι τα ιταλικά υφάσματα έχουν ομοιότητες με εκείνα των βόρειων πολιτισμών, ενώ τα ελληνικά συνδέονται στενά με τη υφαντουργία της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.
Το αρχαιότερο ύφασμα που έχει βρεθεί στον ελλαδικό και ευρωπαϊκό χώρο, προέρχεται από το Λευκαντί Ευβοίας και χρονολογείται τον 10ο αι. π.Χ. Πρόκειται για έναν μεγάλο λινό χιτώνα, ο οποίος είχε τυλιγμένα τα καμένα οστά ενός άντρα, μέσα σε έναν μεγάλο χάλκινο κρατήρα. Η επαφή του υφάσματος με τα χάλκινα τοιχώματα και τα οξείδια του χαλκού επιβράδυναν την αποσύνθεση του. Είναι ένας ποδήρης ανδρικός χιτώνας με άνοιγμα στο πάνω μέρος για το κεφάλι, αλλά χωρίς μανίκια. Είναι, επίσης, διακοσμημένος με κοσμήματα και γεωμετρικά σχήματα, ενώ η τεχνική της ύφανσής του είναι πολύ λεπτοδουλεμένη. Σήμερα, βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και διατηρείται στις ίδιες ατμοσφαιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στον τάφο στον οποίο βρέθηκε.

Οι τύποι των αργαλειών
Ως αργαλειό θεωρούμε οποιαδήποτε μέθοδο ή μηχανισμό που χρησιμοποιείται για το τέντωμα των στημονιών (συστήματα κλωστών) ώστε να περνούν ανάμεσα τους τα υφάδια (άλλες κλωστές) και να δημιουργείται μια διαπλοκή που παράγει ύφασμα. Οι τρεις βασικοί τύποι αργαλειών από την αρχαιότητα ως σήμερα, στην περιοχή της Μεσογείου, της Μέσης ανατολής και της Ευρώπης είναι ο κάθετος αργαλειός με βάρη, ο κάθετος αργαλειός χωρίς βάρη και ο οριζόντιος αργαλειός εδάφους. Τα χαρακτηριστικά των αργαλειών που χρησιμοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με εκείνους της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας.
ΚΑΘΕΤΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΕ ΒΑΡΗ
Ο κάθετος (όρθιος) αργαλειός με βάρη εμφανίζεται στην Ελλάδα από τα προϊστορικά κιόλας χρόνια, την 7η χιλιετία π.Χ., και είναι σε χρήση μέχρι και τους βυζαντινούς χρόνους. Η κατασκευή αποτελείται από δύο κάθετα ξύλινα δοκάρια, τους ιστόποδες, που στερεώνονται στο έδαφος. Εκείνοι συνδέονται μεταξύ τους με δύο οριζόντια λεπτότερα ξύλινα δοκάρια. Αυτό που βρίσκεται στο πάνω μέρος της κατασκευής είναι το αντίον και στηρίζει τα στημόνια, δηλαδή τις κλωστές που κρέμονται από ψηλά. Το δεύτερο που βρίσκεται στο κέντρο ονομάζεται καίρος και χωρίζει τα στημόνια σε ομάδες ανάλογα με την επιθυμητή ύφανση προκειμένου να δημιουργηθεί το άνοιγμα για να περάσει το υφάδι. Πάνω από τον καίρο έχουμε τους κανόνες. Ήταν δύο, ο ένας στήριζε τη μία σειρά στημονιών ώστε να μένει αμετακίνητη, ενώ ο δεύτερος κρατούσε την άλλη σειρά στημονιών και μετακινούνταν μπρος-πίσω, ώστε να σχηματίσει κάθε φορά το κατάλληλο άνοιγμα για να περάσει από μέσα η κλωστή, το υφάδι. Αυτό γινόταν με την βοήθεια της σαΐτας (κερκίς), με την τυλιγμένη κλωστή, το πηνίον, που αποτελούσε το βασικό εργαλείο διαπλοκής των στημονιών και των υφαδιών. Μίτοι ονομάζονται οι θηλιές μέσω των οποίων στερεώνεται η μία σειρά στημονιών στους κανόνες. Ένα άλλο εργαλείο που χρησίμευε στη διαδικασία ήταν η σπάθη, με μορφή σπαθιού και με αυτό η υφάντρα έσπρωχνε το υφάδι προς τα πάνω.

argal me vari
Το σημαντικότερο μέρος της κατασκευής ήταν τα υφαντικά βάρη, οι αποκαλούμενες αγνύθες, που είναι και τα μόνα σωζόμενα μέρη του αργαλειού από την αρχαιότητα. Αυτά δένονταν στο κάτω μέρος των κατακόρυφων κλωστών του στημονιού και χρησίμευαν στο να παραμένει το στημόνι τεντωμένο. Οι αρχαίες αγνύθες κατασκευάζονταν από πηλό, λίθο ή μόλυβδο και τις βρίσκουμε σε διάφορα σχήματα και μεγέθη, ανάλογα με τους λειτουργικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που τις επηρέαζαν. Τα συχνότερα σχήματα ήταν πυραμιδοειδές, κωνικό, τραπεζοειδές και δισκοειδές, ενώ το βάρος των αγνύθων είναι ανάλογο με τη διάμετρο της κλωστής του στημονιού και το πλάτος των αγνύθων ανάλογο με την πυκνότητα του υφάσματος.
Ο κάθετος αργαλειός δεν είναι τοποθετημένος ακριβώς κάθετα, αλλά έχει μια κλίση. Η ύφανση ξεκινά από κάτω προς τα πάνω και το έτοιμο ύφασμα τυλίγεται στο πάνω οριζόντιο δοκάρι, το αντίον. Σε αυτόν τον τύπο αργαλειού οι υφάντρες είναι όρθιες και είναι συνήθως δύο, όπως παρατηρούμε από απεικονίσεις σε αγγεία και ανάγλυφα.
ΚΑΘΕΤΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΧΩΡΙΣ ΒΑΡΗ
Στα βυζαντινά χρόνια εμφανίζεται ένας τύπος αργαλειού, ο οποίος εξακολουθεί να είναι όρθιος, αλλά αυτή τη φορά αντί για υφαντικά βάρη διαθέτει δυο σταθερές οριζόντιες ράβδους για το τέντωμα του στημονιού. Ο συγκεκριμένος τύπος μας είναι γνωστός από μικρογραφίες βυζαντινών χειρόγραφων του 11ου και του 13ου αιώνα.

argal heirografa

Η διαδικασία της ύφανσης είναι παρόμοια με τον προηγούμενο τύπο, με μικρές διαφορές. Δηλαδή και εδώ η ύφανση γίνεται από κάτω προς τα πάνω με τη διαφορά, όμως, ότι το υφάδι σπρώχνεται προς το έδαφος και το έτοιμο ύφασμα τυλίγεται στην κάτω ράβδο. Μια ακόμη διαφορά είναι ότι το άτομο που κάνει την ύφανση είναι πλέον καθιστό, μια σαφώς πιο άνετη στάση.
ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΕΔΑΦΟΥΣ
Ένας άλλος τύπος αργαλειού είναι ο οριζόντιος, που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Περιγράφεται τον 5ο αιώνα από τον Θεοδώρητο, επίσκοπο Κύρου, ενώ παράλληλα αναφέρεται και σε ένα βυζαντινό εικονογραφημένο χειρόγραφο του 14ου αιώνα. Αξιοσημείωτος είναι ένας παρόμοιος αυθεντικός αργαλειός, η αποκαλούμενη σαρμινιά, που χρησιμοποιήθηκε στην Αράχωβα και χρονολογείται από τον 19ο αιώνα.

argal orizontios
Σε αυτήν την περίπτωση η κατασκευή αποτελείται από τέσσερα κάθετα ξύλα που συνδέονται με τέσσερις οριζόντιες σανίδες χαμηλά και άλλες τόσες στην κορυφή. Αυτά αποτελούν τον βασικό κορμό και συμπληρώνονται από πολλά άλλα εξαρτήματα. Η ύφανση και στον οριζόντιο αργαλειό βασίζεται στο στημόνι. Στον συγκεκριμένο τύπο έχουμε δύο αντιά, ένα που ονομάζεται μπροστάντι, το συγκρατεί η κουρούνα και πάνω στο οποίο τυλίγεται το ύφασμα, και το άλλο που ονομάζεται πισάντι στο οποίο τυλίγεται το στημόνι και το συγκρατεί η ποταμίστρα. Οι κλωστές του στημονιού, που ξεκινάνε από το πισάντι απλώνονται σε δεκάδες παράλληλα ζεύγη προς το μπροστάντι. Όλα τα παράλληλα ζεύγη περνάνε από δύο χτένια, τα μισά από το χτένι που είναι μπροστά και τα άλλα μισά από το χτένι που βρίσκεται πίσω. Με τη βοήθεια ενός μοχλού τα χτένια μετακινούνται το ένα προς τα πάνω και το άλλο προς τα κάτω, ώστε να δημιουργηθεί άνοιγμα από το οποίο θα περάσει η μάλλινη κλωστή, το υφάδι, μέσω της σαΐτας. Τότε, με τη βοήθεια του ξυλόχτενου σπρώχνουμε με δύναμη τη μάλλινη κλωστή πολύ κοντά στην προηγούμενη που είχε περάσει. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται ώσπου το ύφασμα να είναι έτοιμο.
ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
Το 1821, ο μηχανικός- υφαντουργός Ζοζέφ Ζακάρ έφερε την επανάσταση στην κλωστοϋφαντουργία κατασκευάζοντας τον πρώτο αυτόματο αργαλειό. Το επίτευγμα αυτό οφείλεται στη χρήση δυαδικού κώδικα και ο προγραμματισμός του γινόταν με αμέτρητες διάτρητες κάρτες.

argal zakar

Ο αργαλειός του Ζακάρ μπορούσε να χειριστεί τρομερά πολύπλοκα σχέδια κάτι που οι παλιοί χειροκίνητοι αργαλειοί αδυνατούσαν να κάνουν.

Εργασία της Άντζελας Μπρούσκα, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη