Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2022

Επιγραφή για τους χάλκινους συνδέσμους των κιόνων της Φιλώνειας Στοάς

Επιγραφή για τους χάλκινους συνδέσμους των κιόνων της Φιλώνειας Στοάς

Στην αρχαιότητα, πριν από την κατασκευή ενός έργου ή κτηρίου δημοσίου κυρίως χαρακτήρα, διεξάγονταν συζητήσεις για θέματα που αφορούσαν τον σχεδιασμό του έργου, τη θέση του έργου, τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν, τον προϋπολογισμό του, κ.ά. Οι συζητήσεις αυτές λάμβαναν χώρα στην Εκκλησία του Δήμου και περνώντας από τον έλεγχο των αρμόδιων επιτροπών ή της Βουλής αποκτούσαν την ισχύ νόμου και καταγράφονταν ως επιγραφές. Οι συγκεκριμένες επιγραφές λειτουργούσαν κατά αναλογία με τις σημερινές συμβάσεις. Περιελάμβαναν, λοιπόν, την πλήρη περιγραφή του έργου, τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν καθώς και τις τιμές τους, γινόταν αναφορά στους εγγυητές, στους τρόπους πληρωμής, στα πρόστιμα που προβλέπονταν για τυχόν παραβάσεις, στους αρχιτέκτονες, τους τεχνίτες και τους εργάτες.

Επομένως, κατανοούμε ότι ήδη από την αρχαιότητα οι Έλληνες είχαν αναπτύξει ένα σύστημα πιστοποίησης που αποσκοπούσε στην αποφυγή κατάχρησης του δημόσιου χρήματος. Για κάθε ενέργεια που γινόταν, υπήρχαν συμβόλαια για να την καθιστούν νόμιμη και να μην αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησής της. Οι πιστοποιήσεις χρησιμοποιούνταν και στην καθημερινή ιδιωτική ζωή. Οι πολίτες στις μεταξύ τους συναλλαγές για παράδειγμα χρησιμοποιούσαν τις επιγραφές ως ένα είδος απόδειξης μιας αγοράς ή μιας ανταλλαγής, ώστε να αποφεύγονται οι παρανοήσεις και οι παρεξηγήσεις.

epigrafi
Μια τέτοιου είδους επιγραφή, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ελευσίνας. Πρόκειται για μια ενεπίγραφη στήλη που φέρει πάνω της τις τεχνικές προδιαγραφές για τους χάλκινους συνδέσμους των κιόνων της Φιλώνειας Στοάς.
Η Φιλώνεια Στοά αποτελεί τμήμα του Τελεστηρίου της Ελευσίνας. Το Τελεστήριο, ένα από τα σημαντικότερα κτήρια στον ιερό χώρο της Ελευσίνας, που κατασκευάστηκε μετά την καταστροφή του ιερού χώρου από τους Πέρσες, το 480 π.Χ. στα πλαίσια ανοικοδόμησης του, συνδέθηκε με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας και αποτέλεσε συγκεκριμένα τον χώρο αναπαράστασης των γεγονότων από τη ζωή της Δήμητρας και της κόρης της, Περσεφόνης. Η βασική λειτουργία του κτηρίου, όμως, ήταν η μύηση των πιστών στα Μυστήρια.
Το Τελεστήριο, από τον 8ο αι. π.Χ. μέχρι και τους Ρωμαϊκούς χρόνους, πέρασε διάφορες οικοδομικές φάσεις με μετασκευές ή προσθήκες. Το Τελεστήριο, στη μορφή των κλασικών χρόνων, αποτελείται από μια τετράγωνη υπόστυλη αίθουσα με πλευρές μήκους περίπου 51,50 μέτρα. Σε κάθε μία από τις πλευρές της αίθουσας υπήρχαν από δύο είσοδοι, εκτός από τη δυτική πλευρά όπου ο φυσικός βράχος αποτελούσε το τοίχωμα του κτηρίου. Στο εσωτερικό της αίθουσας εκτείνονταν περιμετρικά οκτώ σειρές εδωλίων, τα οποία αξιοποιούνταν από τους μύστες για να παρακολουθούν τις τελετές. Η στέγη στηριζόταν σε σαράντα δύο κίονες δίτονης κιονοστοιχίας, ενώ στο κέντρο της υπήρχε το «οπαίον», ένα είδος φεγγίτη, ο οποίος φώτιζε όλον τον χώρο. Στο εσωτερικό του Τελεστηρίου συναντάμε ένα ορθογώνιο δωμάτιο, το αποκαλούμενο «Ανάκτορον», στο οποίο φυλάσσονταν μυστικά αντικείμενα λατρείας και ήταν προσβάσιμο μόνο από τον ανώτατο ιερέα, τον Ιεροφάντη.

telestirio
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι αρχιτέκτονες του κλασικού Τελεστηρίου ήταν τρεις. Ο Κόροιβος που ασχολήθηκε με την πρώτη σειρά κιόνων, ο Μεταγένης που κατασκεύασε το «διάζωμα» και την πάνω σειρά των κιόνων και, τέλος, ο Ξενοκλής που ολοκλήρωσε το έργο προσθέτοντας το «οπαίον». Αντίθετα, ο Βιτρούβιος και ο Στράβων αναφέρουν ότι ο Ικτίνος, ένας από τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, ήταν εκείνος που σχεδίασε το κτήριο. Με ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν, αποκαλύφθηκε ότι όντως ο Ικτίνος είχε φτιάξει ένα σχέδιο που προέβλεπε την ανοικοδόμηση είκοσι κιόνων που θα στήριζαν την οροφή. Το σχέδιο όμως αυτό αποδείχθηκε εξαιρετικά φιλόδοξο για τις τεχνικές δυνατότητες της εποχής, με αποτέλεσμα να μην υλοποιηθεί ποτέ, αλλά να αναλάβει ο Κόροιβος το έργο.
Τον 4ο αι. π.Χ., περίπου εκατό χρόνια μετά την οικοδόμηση του Τελεστηρίου, έγινε μια σημαντική προσθήκη στο κτήριο. Πρόκειται για μία στοά στην ανατολική πρόσοψη του κτίσματος που σύμφωνα με τον Βιτρούβιο αποδίδεται στον Ελευσίνιο αρχιτέκτονα, Φίλωνα, ο οποίος ήταν γνωστός για το φημισμένο έργο του, Σκευοθήκη του Πειραιά. Η ονομαζόμενη «Φιλώνειος Στοά» είναι δωρικού ρυθμού με δώδεκα επιβλητικούς κίονες στην πρόσοψη και άλλους δύο στις στενές πλευρές. Οι κίονες, όπως και η υπόλοιπη ανωδομή της, κατασκευάστηκαν από λευκό πεντελικό μάρμαρο ενώ στα θεμέλια της Στοάς θα συναντήσουμε έναν ισχυρό στερεοβάτη καλυμμένο από πλάκες ελευσινιακού ασβεστόλιθου.
Στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας, πλέον, συναντάμε τα κατάλοιπα της Στοάς μήκους πενήντα οκτώ μέτρων, που φιλοτέχνησε ο σπουδαίος αρχιτέκτονας, Φίλων. Σώζεται, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό η λίθινη πλακόστρωσή της, καθώς και οι κατώτεροι σπόνδυλοι των μαρμάρινων κιόνων της.

plakostrosi stoas
Σημαντική πηγή από την οποία αντλούμε πληροφορίες για τη Στοά που κοσμούσε το Τελεστήριο, αποτελεί μια επιγραφή, που χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Η επιγραφή βρέθηκε από τον Δ. Φίλιο το 1863 και σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ελευσίνας. Το περιεχόμενο της ενεπίγραφης στήλης αφορά την ανάθεση της κατασκευής ορειχάλκινων «πόλων» και «εμπολίων» που θα συνέδεαν τους σπονδύλους των κιόνων της στοάς. Αποτελεί ένα από τα παλαιότερα δείγματα επιγραφών, καθορισμού αυστηρών προδιαγραφών προς τον εργολήπτη. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ακριβή σύνθεση του κρατερώματος (κράμα από χαλκό και κασσίτερο), καθώς και στις λεπτομερείς οδηγίες που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι τεχνίτες για τη συναρμογή των συνδέσμων. Οι κατασκευαστικές προδιαγραφές αποκαλύπτουν το υψηλό επίπεδο τεχνικών γνώσεων που διέθεταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, το οποίο παρά τον εντυπωσιακό του χαρακτήρα έχει επισκιαστεί από τη δόξα της τέχνης και του πνεύματος.
Στις εντυπωσιακές τεχνικές ικανότητες της εποχής, αναφέρεται με μεγάλο ενθουσιασμό ο Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Βαρουφάκης. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη θεωρεί τη χρήση του τόρνου τον 4ο αι. π.Χ., όπως αποδεικνύεται από την επιγραφή της Φιλώνειας Στοάς που αναφέρει ότι οι πόλοι που έμπαιναν ανάμεσα στα εμπόλια διαμορφώνονταν πρώτα στον τόρνο: «τους δε πόλους τορνεύση κατά το παράδειγμα». Η φράση «κατά το παράδειγμα» σημαίνει σύμφωνα με κάποιο πρότυπο δείγμα, γεγονός που υπονοεί και προγενέστερη χρήση του τόρνου.

syndesmoi kionon
Στην επιγραφή αναφέρεται, επίσης, η προέλευση της πρώτης ύλης και η σύνθεσή της: «χαλκού δε εργάσεται Μαριέως, κεκραμένου την δωδεκάτην, τα ένδεκα μέρη χαλκού, το δε δωδέκατον καττιτέρου». Αυτό σημαίνει ότι ο χαλκός είχε παραχθεί στο Μάριον της Κύπρου, ένα σπουδαίο μεταλλουργικό κέντρο της αρχαιότητας, και ότι η σύνθεσή του αποτελείτο από 11/12 χαλκό και 1/12 κασσίτερο. Θα πρέπει να επισημάνουμε, βέβαια, ότι οι αρχαίοι όταν χρησιμοποιούσαν την λέξη χαλκός πολλές φορές αναφέρονταν στο κρατέρωμα χαλκού και κασσιτέρου, δηλαδή στον μπρούτζο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι σύνδεσμοι των σπονδύλων της Φιλώνειας Στοάς ήταν μπρούτζινοι. Για να επιτευχθεί λοιπόν η σύνδεση ανάμεσα στους σπονδύλους των κιόνων, τοποθετούνταν τα κυβικού σχήματος εμπόλια τα οποία συνέδεαν μπρούτζινοι κυλινδρικοί πόλοι.
Αυτή η ανάλυση των υλικών μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα γινόταν κάποιος έλεγχος ποιότητας, αλλιώς οι προδιαγραφές της επιγραφής δεν θα είχαν κάποια αξία και ο κίνδυνος νοθείας θα ήταν μεγάλος. Αυτό συμβαίνει γιατί ο κασσίτερος ως υλικό ήταν επτά φορές ακριβότερος από τον χαλκό, καθώς δεν υπήρχε ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Κύπρο και ερχόταν από μακριά. Επομένως, εάν κάποιος άλλαζε τις αναλογίες των δύο υλικών και αξιοποιούσε μικρότερη ποσότητα κασσίτερου θα είχε μεγάλο κέρδος. Έτσι, ενισχύεται η άποψη ότι υφίστατο κάποιος τρόπος ελέγχου της ποιότητας, πιθανότατα εμπειρικός, όπως σύγκριση ανάμεσα στο χρώμα του έτοιμου κράματος και μιας σειράς πρότυπων δειγμάτων.

Εργασία της Άντζελας Μπρούσκα, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη