Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2022

Αρχαίες Ελληνικές Τηλεπικοινωνίες

Αρχαίες Ελληνικές Τηλεπικοινωνίες

Ήδη από την αρχαιότητα, η ανάγκη για ταχεία μετάδοση πολλαπλών και διαφορετικών μηνυμάτων ήταν επιτακτική. Ιδιαίτερα σε περίοδο πολεμικών επιχειρήσεων, οι άνθρωποι αναζητούσαν μεθόδους ώστε να μπορούν να μεταδίδουν μηνύματα σε μεγάλη απόσταση, χωρίς να γίνονται αντιληπτά από τον εχθρό. Για τον λόγο αυτό, προχώρησαν στη δημιουργία κρυφών συστημάτων επικοινωνίας και κατασκευών ικανών να μεταδώσουν τέτοιου είδους κωδικοποιημένα μηνύματα. Συνεπώς, πέρα από τους αγγελιοφόρους που διένυαν μεγάλες αποστάσεις προκειμένου να μεταφέρουν μία είδηση, υπήρχαν και μηχανικά μέσα που διευκόλυναν την επικοινωνία.

Το αρχαιότερο σύστημα επικοινωνίας του κόσμου αποτελούν τα περιστέρια. Οι πρώτες ενδείξεις χρήσης τους απαντούν το 3000 π.Χ. από τους Σουμέριους. Έκτοτε, τα οικόσιτα περιστέρια έχουν επιστρατευθεί από τους Αιγύπτιους, τους Έλληνες, τους Ρωμαίους και άλλους μέχρι τα νεότερα χρόνια. Τα περιστέρια-αγγελιοφόροι είναι ένα είδος ειδικών κατοικίδιων, τα οποία εξασκούνται και χρησιμοποιούνται για τη διαβίβαση και μεταφορά σύντομων εγγράφων, των λεγόμενων περιστερογραφημάτων. Η αποτελεσματικότητα τους είναι πολύ μεγάλη καθώς διαθέτουν παρατηρητικότητα και τοπογραφική μνήμη, ικανή για να επιτρέψει στα συγκεκριμένα πτηνά να επιστρέψουν στη φωλιά τους από μεγάλες αποστάσεις, ακόμη και αν αυτή έχει μεταφερθεί από την αρχική της θέση ή είναι διαρκώς μετακινούμενη, π.χ. ευρισκόμενη πάνω σε πλοίο. Οι μεγάλες αυτές διαδρομές που διανύουν φτάνουν έως και τα 700-900 χιλιόμετρα την ημέρα.
peristeri
Επιπροσθέτως, τα περιστέρια είναι ένα πολύ οικονομικό μέσο καθώς χρειάζονται λίγη τροφή και χώρο για να επιβιώσουν. Ακόμη, αυτά αναφέρονται και στην αρχαιοελληνική γραμματεία από τον Ηρόδοτο και τον Πλούταρχο, ενώ ο συγγραφέας Αιλιανός στο έργο του «Ποικίλη Ιστορία» μας παραδίδει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο Ολυμπιονίκης Ταυρασθένης (5ος αι. π.Χ.) μετέδωσε τα νέα της νίκης του στην πατρίδα του Αίγινα, μέσω ενός περιστεριού που είχε πάρει μαζί του. Πριν να το ελευθερώσει, του είχε δέσει στο πόδι μια μικρή κόκκινη ταινία. Όταν, λοιπόν, επέστρεψε το πουλί στην Αίγινα, έγινε γνωστό το ευχάριστο γεγονός. Μια άλλη, επίσης, πηγή είναι και ο Αθηναίος με το σύγγραμμά του «Δειπνοσοφισταί», όπου περιγράφονται τα είδη και η διατροφή των περιστεριών και τονίζεται ο επικοινωνιακός τους ρόλος.
Συνεχίζοντας, οι Σπαρτιάτες είχαν εφεύρει και εκείνοι ένα σύστημα κωδικοποιημένων μηνυμάτων που μεταφέρονταν και διαβάζονταν μέσω μιας ξύλινης σκυτάλης. Η κρυπτεία ή λακεδαιμονική σκυτάλη, όπως ονομαζόταν, μετέδιδε σύντομα, λακωνικά μηνύματα που μπορούσαν να διαβασθούν μόνο εφόσον και οι δύο πλευρές, δηλαδή ο αποστολέας και ο παραλήπτης, διέθεταν όμοιες σκυτάλες, ίσων διαστάσεων και ίσης διαμέτρου. Αναλυτικότερα, το μήνυμα αναγραφόταν επάνω σε μακρόστενη ταινία κατεργασμένου δέρματος και τυλιγόταν γύρω από μια ξύλινη κυλινδρική ράβδο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην δημιουργούνται κενά ανάμεσα στις περιελίξεις και τα γράμματα κάθε πρότασης να είναι ευθυγραμμισμένα μεταξύ τους, καθώς όταν δεν ήταν τυλιγμένη η ταινία, η σειρά των γραμμάτων ήταν μπερδεμένη.
skytalidiskos
Ο παραλήπτης, προκειμένου να διαβάσει το μήνυμα, έπρεπε να τυλίξει την ταινία γύρω από παρόμοια ράβδο με εκείνη του αποστολέα, διαφορετικά το μήνυμα δεν θα ήταν αναγνώσιμο και συνεπώς δε θα ήταν σε θέση να το αποκωδικοποιήσει. Αυτή η μέθοδος επικοινωνίας ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Σπάρτη, όπου χρησίμευε στην επικοινωνία των εφόρων με τον αρχιστράτηγο των Λακεδαιμονίων. Μάλιστα, ο Πλούταρχος, ιστορικός του 1ου αι. μ.Χ., σε έργο του που αφορά τη ζωή του Λυσάνδρου, σημαντικού Σπαρτιάτη πολιτικού και στρατηγού, περιγράφει αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας ( Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Λύσανδρος, 19.5).
Ακόμη, για τη μετάδοση κρυπτογραφημένων μηνυμάτων, χρησιμοποιήθηκε και ο κρυπτογραφικός δίσκος. Κατασκευή πιθανότατα του 4ου αι. π.Χ. περιγράφεται από τον Αινεία τον Τακτικό στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του με τίτλο «Πολιορκητικά». Ο δίσκος είχε διάμετρο περίπου 8 με 10 εκ. και έφερε περιφερειακά 24 οπές που αντιστοιχούσαν στα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Στο κέντρο είχε 2 επιπλέον οπές που αντιστοιχούσαν στο γράμμα «Α» ή σε κάποιο άλλο προσυμφωνημένο γράμμα. Ο αποστολέας για να συνθέσει το μήνυμα, το οποίο ήταν και σε αυτήν την περίπτωση μικρής έκτασης, έπρεπε αρχικά να περάσει ένα λεπτό νήμα από τις δύο κεντρικές οπές που σηματοδοτούσαν το πρώτο γράμμα του μηνύματος και ύστερα να το περάσει αντίστοιχα από τις οπές των υπόλοιπων γραμμάτων που ήθελε να χρησιμοποιήσει. Σε περίπτωση επανάληψης ενός γράμματος, περνούσε και πάλι το σχοινί μέσα από την οπή του αντιστοιχούσε στο συγκεκριμένο γράμμα. Για να διαβάσει το μήνυμα ο παραλήπτης όφειλε απλά να ξετυλίξει το νήμα και να καταγράψει τα γράμματα ώστε να ανασυνθέσει το μήνυμα.
Όμως, το πιο διαδεδομένο σύστημα τηλεπικοινωνιών στην αρχαιότητα υπήρξε αυτό των φρυκτωριών. Τα δύο συνθετικά της λέξης, δηλαδή φρυκτός (πυρσός) και ώρα (φροντίδα), αποκαλύπτουν την βασική λειτουργία αυτού του μέσου. Ο ορισμός των φρυκτωριών καταγράφηκε από τον Θουκυδίδη στο έργο του «Ιστορίαι», αλλά και από τον ρήτορα Δείναρχο στο έργο του «Αισχύνης κατά Δεινίου», όπου καταγράφει ότι «φρυκτωρεῖν ἐστι κυρίως τὸ διὰ πυρσῶν ἀνατεινομένων σημαίνειν ὁτιοῦν».
fryktoria
Ο σκοπός, λοιπόν, των φρυκτωριών ήταν η αναμετάδοση προσυμφωνημένων οπτικών μηνυμάτων ή σινιάλων σε μεγάλες αποστάσεις με τη χρήση της πυρσείας, δηλαδή αναμμένων πυρσών, βγάζοντας καπνό κατά την διάρκεια της ημέρας ή καλύτερα με μεγάλη και έντονη φλόγα την νύχτα. Για τη λειτουργία τους, τοποθετούνταν ανάμεσα σε δεδομένο αποστολέα και παραλήπτη, και βρίσκονταν σε συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία. Έτσι, εάν η απόσταση μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη ήταν μεγάλη, έπρεπε να έχουν επιλεγεί εκ των προτέρων οι ενδιάμεσες βουνοκορφές, οι οποίες θα ήταν ορατές μεταξύ τους ανά δύο, για να φτάσει το μήνυμα στον παραλήπτη. Σε περίπτωση, όμως, μικρών αποστάσεων ολίγων χιλιομέτρων, η χρήση φρυκτών μετέδιδε απευθείας το μήνυμα χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς. Η σημασία των βουνοκορφών ήταν μεγάλη καθώς έλεγχαν οδικά περάσματα, αλλά χρησίμευαν και ως ορμητήρια και χώροι εκγύμνασης νεοσύλλεκτων στρατιωτών. Εκεί, κατασκευάζονταν ειδικά διαμορφωμένοι πύργοι, επανδρωμένοι με γνώστες του κώδικα, οι οποίοι αγρυπνούσαν διατηρώντας τη φωτιά αναμμένη και παρατηρούσαν τον απέναντι σταθμό, έτοιμοι να απαντήσουν και να αναδιαβιβάσουν τα μηνύματα. Παρόλα αυτά, η φωτιά για να παραμείνει άσβεστη απαιτούσε μεγάλη ποσότητα καύσιμης ύλης. Όπως περιγράφει ο Αισχύλος, για το «άγγαρον πυρ», οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν είτε ρετσίνι, με το οποίο άλειφαν στους πυρσούς, είτε «νάφθαν», ένα μείγμα από την Ήπειρο ή την Μ. Ασία. Επίσης, χρήσιμο θα πρέπει να ήταν και το καύσιμο μείγμα φλογοβόλου (άνθρακας-πίσσα-θείον) που περιγράφει ο Θουκυδίδης, αν και στην περίπτωση αυτή θα ήταν αναγκαία η «φυσέρα». Τα είδη των φρυκτωριών είναι δύο: οι φίλιοι και οι πολέμιοι. Στους φίλιους, όταν πλησίαζαν σύμμαχοι, οι στρατιώτες ύψωναν αναμμένους πυρσούς, ενώ σε περίοδο πολεμικών επιχειρήσεων, οι πολέμιοι φρύκτοι ανέμιζαν δεξιά και αριστερά.
Σύμφωνα με τον Αισχύλο, ο εφευρέτης του συστήματος αυτού υπήρξε ο Παλαμήδης. Τα συνθετικά του ονόματος αυτού υποδηλώνουν αυτόν που επινοεί, εφευρίσκει. Ο ίδιος υπήρξε γιός του βασιλιά Ναυπλίου και της Ησιόνης. Η εμφάνιση των φρυκτωριών τοποθετείται στην εποχή του Τρωϊκού πολέμου (1195-1184 π.Χ.). Ο Παλαμήδης υπήρξε στενός φίλος με τον Αχιλλέα, αλλά όχι με τον Οδυσσέα, ο οποίος τον παγίδευσε και τον κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία. Έτσι, αυτός πέθανε με δημόσιο λιθοβολισμό. Ο πατέρας του, ο Ναύπλιος, για να εκδικηθεί τους φονιάδες του γιου του, χρησιμοποίησε τις φρυκτωρίες. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και οι Αχαιοί επέστρεφαν στις πατρογονικές εστίες τους, διέταξε άνδρες να ανάψουν φωτιές στις βραχώδεις ακτές του Κηφηρέα, καθώς γνώριζε ότι αυτός ήταν ο θαλάσσιος δρόμος επιστροφής τους. Αυτό, όμως, στην πραγματικότητα ήταν ένα τέχνασμα για να παραπλανήσουν τα πλοία, αφού οι κυβερνήτες, ανάμεσα τους και ο Οδυσσέας, τα οδήγησαν προς εκείνο το μέρος, νομίζοντας ότι επρόκειτο για όρμους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολλά από τα πλοία να συντριβούν στους κοφτερούς βράχους. Από το γεγονός αυτό προέκυψε η φράση «Ναυπλίου Ευβοϊκά πυρπολήματα» και του Σοφοκλή «Ναύπλιος πυρκαεύς».
Οι αναφορές των φρυκτωριών στην αρχαία ελληνική γραμματεία ποικίλλουν. Στο μυθικό παρελθόν τους, ο πρώτος που χρησιμοποίησε επικοινωνιακούς πυρσούς για τη μετάδοση μηνυμάτων ήταν ο Ηρακλής. Αυτό το έκανε σε δύο κωμοπόλεις της Δ. Μεσογείου, την Αβύλη και την Κάπλη, όπου και έστησε τις Ηράκλειες στήλες, έναν φάρο για τα διερχόμενα πλοία. Επίσης, γίνεται λόγος για αυτές στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ρόδιου, όταν η Μήδεια ύψωσε αναμμένο πυρσό προκειμένου να δώσει σήμα στους Αργοναύτες για να μεταβούν στην Κολχίδα. Το πιο διαδεδομένο παράδειγμα, όμως, αναγράφεται στο έργο του Αισχύλου «Αγαμέμνων», όπου περιγράφεται η αναγγελία της πτώσης της Τροίας μέσω προσυμφωνημένου μηνύματος μεταξύ Αγαμέμνονα και Κλυταιμνήστρας. Η φωτεινή πληροφορία πέρασε μέσα από τα διαδοχικά φρυκτώρια: της Ίδης (Τροία), του Ερμαίου (Λήμνος), του Άθω, του Μάκιστου (Χαλκίδα), του Μεσσάπιου (Βοιωτία), του Κιθαιρώνα (Μέγαρα) και, τέλος. του Αραχναίου όρους του Ν. Αργολίδας και τις Μυκήνες. Με αυτήν, λοιπόν, την λαμπαδηδρομία, μήκους 600 χιλιομέτρων, τα νέα της νίκης του πολέμου έφτασαν στην Ελλάδα μέσα σε μια νύχτα. Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους λεηλατούσαν τη Σαλαμίνα και ήταν έτοιμοι να αιφνιδιάσουν τον Πειραιά, έγιναν ορατοί από τους Αθηναίους, οι οποίοι άναψαν φρυκτωρίες ώστε να σημάνουν τον κίνδυνο. Ακόμη, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, χρησιμοποιήθηκαν και κατά την πολιορκία των Πλαταιών για να προκαλέσουν σύγχυση στον εχθρό. Σε αυτήν την σύγκρουση, οι της Πελοποννησιακής συμμαχίας είχαν χτίσει με πλιθιά το δικό τους υψηλό τείχος περιμετρικά του τείχους των Πλαταιών. Τον χειμώνα του 428 π.Χ. οι Πλαταιείς επεδίωξαν έξοδο. Οι μισοί μυστικά έστησαν κλίμακα και ανέβηκαν στο τείχος των εχθρών, ενώ οι άλλοι μισοί αντεπιτέθηκαν στο αντιδιαμετρικό σημείο του τείχους των πολιορκητών. Με αυτόν τον τρόπο, οι αντίπαλοι έτρεξαν έξω από το τείχος, ώστε να διερευνήσουν την κατάσταση και να ανάψουν τους πυρσούς για να ειδοποιήσουν τους συμμάχους τους στη Θήβα. Από την άλλη πλευρά, οι Πλαταιείς, που είχαν παραμείνει μέσα στις οχυρώσεις, ανύψωσαν «αντιθετικούς» πυρσούς που είχαν προετοιμάσει, ώστε να προκαλέσουν σύγχυση στους Θηβαίους, ώστε να μην στείλουν βοήθεια.
Εξέλιξη των φρυκτωριών αποτέλεσε ο οπτικός τηλέγραφος ή αλλιώς πυρσεία, που θεωρείται ο πρόδρομος του κώδικα Μορς. Την εφεύρεση αυτή επινόησαν δύο Αλεξανδρινοί τεχνικοί, ο Κλεοξένης και ο Δημόκλειτος, γύρω στο 150 π.Χ., ενώ δέχθηκε μετέπειτα βελτιώσεις από τον Πολύβιο. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε ήταν ο εξής: πομπός και δέκτης είχαν ο καθένας δύο τοίχους μήκους περίπου 3 μέτρων και ύψους 1,75 μέτρων, με κενό 2 μέτρων ανάμεσα τους.
optikost
Η κατασκευή τους θυμίζει τις πολεμίστρες με έξι εσοχές και πέντε κοιλότητες, όπου οι τελευταίες φιλοξενούσαν από μια πυρσεία και είχαν πλάτος περίπου ένα μέτρο. Για την αποστολή του μηνύματος, αρχικά, υπήρχε συνεννόηση μεταξύ πομπού και δέκτη με το άναμμα των δύο πρώτων πυρσών ως ένδειξη αναγγελίας. Στο σύστημα αυτό, τα γράμματα της αλφαβήτου ήταν κατανεμημένα σε πέντε γραμμές και πέντε στήλες, όπου στην τελευταία γραμμή έμενε μια θέση κενή λόγω του ότι ο συνολικός αριθμός τους είναι είκοσι τέσσερα. Όπως έβλεπε τον σταθμό εκπομπής, ο δέκτης διέκρινε τον αριστερό τοίχο για τις γραμμές και τον δεξιό για τις στήλες. Έτσι, το κάθε γράμμα αντιστοιχούσε σε μία γραμμή και μία στήλη, και αποτυπωνόταν στον οπτικό τηλέγραφο με το άναμμα των αντίστοιχων πυρσών. Ο παραλήπτης λάμβανε τα γράμματα ένα προς ένα, καθώς κάθε ζευγάρι αριθμών (γραμμής και στήλης) αντιστοιχούσε σε ένα γράμμα της αλφαβήτου. Αν, παραδείγματος χάριν, άναβαν τρεις πυρσούς στον αριστερό τοίχο και ύστερα τέσσερις στον δεξιό, σήμαινε τρίτη γραμμή-τέταρτη στήλη, και άρα το αντίστοιχο γράμμα. Έχει υπολογισθεί ότι ανά ώρα ήταν δυνατόν να μεταδοθούν 20-25 λέξεις. Επειδή, όμως, η όλη διαδικασία ήταν πολύ χρονοβόρα ο αποστολέας έπρεπε να συντάξει το μήνυμα με τις λιγότερες δυνατές λέξεις. Η απαιτούμενη απλοποίηση οδήγησε στην ανάπτυξη της στενογραφίας με προσυμφωνημένους κώδικες. Απαραίτητο, ακόμη, σημείο ήταν οι χρήστες να έχουν άριστη γνώση της γραμματικής και της ορθογραφίας, για τη λειτουργική χρήση της πυρσείας. Οπότε, εκπαιδεύονταν καθημερινά για την αποφυγή λαθών.
Τέλος, ανάμεσα στα μέσα των αρχαίων τηλεπικοινωνιών συγκαταλέγεται και ο υδραυλικός τηλέγραφος. Ο υδραυλικός τηλέγραφος είναι ακόμη μια επινόηση του Αινεία του Τακτικού, Αρκάδα στρατηγού και συγγραφέα πολεμικών ζητημάτων του 4ου αι. π.Χ. Ο Αινείας ασχολήθηκε εκτενώς με θέματα στρατιωτικής τακτικής και την τεχνική πλευρά του πολέμου, με αποτέλεσμα να του αποδοθεί το προσωνύμιο «Τακτικός».
ydravlikost
Αναλυτικότερα, όπως μας πληροφορεί ο Πολύβιος, ιστορικός του 2ου αι. π.Χ. χάρη στον οποίο έχουν διασωθεί πληροφορίες για το αποσπασματικά σωζόμενο έργο του Αινεία με τίτλο «Πολιορκητικά», ο στρατηγός θεωρούσε ότι δεν επαρκούσαν οι υπάρχουσες μέθοδοι επικοινωνίας για να μεταδοθούν γρήγορα και με ασφαλή τρόπο τα αναγκαία μηνύματα εν καιρώ πολέμου. Προκειμένου λοιπόν να εξισορροπήσει αυτή την αδυναμία, εφηύρε ένα είδος τηλέγραφου που λειτουργούσε με τη βοήθεια του νερού. Ο τηλέγραφος αυτός αποτελούνταν από ένα πήλινο ή μεταλλικό δοχείο διαμέτρου περίπου 0,5 μ. και ύψους περίπου 1,50 μ., το οποίο έφερε κρουνό κοντά στον πυθμένα του. Μέσα στο δοχείο επέπλεε πλωτήρας από φελλό που είχε διάμετρο λίγο μικρότερη από εκείνη του δοχείου. Στο κέντρο του στηριζόταν ξύλινη ράβδος ύψους περίπου 1,50 μ. που ήταν χωρισμένη σε διαστήματα. Στα διαστήματα αυτά αναγράφονταν σύντομα προσυμφωνημένα μηνύματα στρατιωτικής φύσεως όπως «Ο εχθρός πλησιάζει», κ.ά. Προκειμένου να μεταδοθεί το μήνυμα ήταν απαραίτητο να διαθέτουν και ο αποστολέας αλλά και ο αποδέκτης από έναν τηλέγραφο ίδιων διαστάσεων και με τα ίδια μηνύματα. Οι τηλέγραφοι ήταν τοποθετημένοι σε επιλεγμένα υψώματα ώστε να μην εμποδίζεται η οπτική επαφή μεταξύ τους. Όταν επρόκειτο να σταλθεί κάποιο μήνυμα, ο αποστολέας ειδοποιούσε τον παραλήπτη με το άναμμα ενός πυρσού. Μόλις λάμβανε την ειδοποίηση ο παραλήπτης άναβε κι εκείνος έναν πυρσό και τότε και τα δύο μέρη άνοιγαν ταυτόχρονα τους κρουνούς για να τρέξει το νερό που βρισκόταν εντός του δοχείου και συγκεντρωνόταν εντός λεκάνης που το περιέβαλλε. Όσο χαμήλωνε η στάθμη του νερού τόσο προς τα κάτω κατέβαινε και ο πλωτήρας που έφερε τη ράβδο. Τη στιγμή που η ράβδος έφτανε σε ύψος τέτοιο, ώστε το χείλος του δοχείου ευθυγραμμιζόταν με το επιθυμητό μήνυμα, αμέσως ο αποστολέας κατέβαζε και έσβηνε τον πυρσό για να ενημερώσει τον παραλήπτη να διακόψει τη ροή νερού και να διαβάσει το συγκεκριμένο μήνυμα. Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα επικοινωνίας ήταν απαραίτητος ο συγχρονισμός των δύο πλευρών που συντονίζονταν με τη βοήθεια φωτεινών σημάτων, ενώ έπρεπε παράλληλα οι κινήσεις να γίνονται με μεγάλη ακρίβεια ούτως ώστε να αποφευχθεί η αποστολή λανθασμένου μηνύματος.
 
Εργασία των Αφροδίτης Δαμάσκου & Μαρίας Ιωάννας Νικολετοπούλου, στο πλαίσιο της πρακτικής τους άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη