Παρασκευή, 08 Ιουλίου 2022

Η τέχνη της ζωγραφικής: Τοιχογραφίες

Η τέχνη της ζωγραφικής: Τοιχογραφίες

Ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, ο άνθρωπος ανέπτυξε σημαντική καλλιτεχνική δραστηριότητα. Πέρα από τα εργαλεία, τα όπλα και άλλα αντικείμενα που κατασκεύασε προκειμένου να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις αντίξοες συνθήκες, ο άνθρωπος ένιωσε την ανάγκη να απαθανατίσει τόσο τον κόσμο που τον περιέβαλλε όσο και στιγμιότυπα από τη δική του καθημερινή ζωή. Για τον λόγο αυτό, κατέφυγε στην τέχνη και συγκεκριμένα στη ζωγραφική, δημιουργώντας έτσι ανεκτίμητης αξίας έργα επάνω σε διάφορες επιφάνειες όπως τοίχους, οροφές, ακόμη και δάπεδα.

Τα έργα αυτά ονομάστηκαν τοιχογραφίες ακριβώς επειδή αποτύπωναν γραπτές ή ζωγραφισμένες εικονιστικές παραστάσεις επάνω στους τοίχους άλλοτε ιδιωτικών και άλλοτε δημόσιων κτιρίων και αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι τους. Το περιεχόμενό τους ήταν θρησκευτικό, μυθικό ή ιστορικό ανάλογα με τις προτιμήσεις του καλλιτέχνη ή την παραγγελία του εκάστοτε πελάτη-ιδιώτη και διακοσμούσαν κατοικίες, ανάκτορα, ναούς κ.ά. Το μέγεθος των τοιχογραφιών ποικίλει ανάλογα με την επιφάνεια στην οποία σχεδιάζονται. Για τη δημιουργία τους ήταν απαραίτητη η εφαρμογή συγκεκριμένων τεχνικών ζωγραφικής, όπως επίσης και η επιλογή των κατάλληλων υλικών.
Οι κυριότερες τεχνικές ήταν εκείνες της νωπογραφίας, της ξηρογραφίας και των προσχεδίων. Στην νωπογραφία (fresco) οι χρωστικές ουσίες διαλύονται σε ασβεστόνερο και απλώνονται απ’ ευθείας επάνω σε φρέσκο, πρόσφατα επιστρωμένο και συνεπώς νωπό ασβεστοκονίαμα. Η τεχνική αυτή είναι η συνηθέστερη μέθοδος εκτέλεσης τοιχογραφιών κατά την κλασική εποχή. Στην ξηρογραφία (tempera) οι χρωστικές ουσίες εφαρμόζονται με τη βοήθεια ενός υδατοδιαλυτού συνδετικού υλικού όπως ο κρόκος αυγού, η ζωική κόλλα και διάφορα φυτικά κόμμεα (ρητίνες) και απλώνονται επάνω σε επίπεδη, καλά προετοιμασμένη, ξηρή επιφάνεια. Τέλος, απαραίτητα ήταν και τα προσχέδια, τα οποία είτε χαράσσονταν επάνω στην επιφάνεια που επρόκειτο να ζωγραφιστεί είτε σχεδιάζονταν με πρόχειρες πινελιές συνήθως μελανού ή ερυθρού χρώματος. Φωτοσκιάσεις, γυαλάδες και άλλα τεχνάσματα συνέβαλλαν, επίσης, στο να γίνουν τα έργα ακόμη πιο εντυπωσιακά και αληθοφανή.

Ζωγραφική χωρίς χρωστικές ουσίες δεν υφίσταται. Οι χρωστικές ουσίες, ανόργανες, οργανικές και τεχνητές, ανάλογα με την κρυσταλλική τους δομή κονιορτοποιούνταν ή διατηρούνταν χονδρόκοκκες ανάλογα με το πόσο ήπιο ή έντονο χρώμα επιθυμούσε ο ζωγράφος να έχει ως αποτέλεσμα.
Στις ανόργανες ανήκουν χρωστικές που προέρχονταν από ορυκτά και πετρώματα όπως ο ασβεστίτης και ο καολινίτης (λευκά), μίλτος ή κιννάβαρις (κόκκινα), κίτρινη σανδαράχη, μαλαχίτης για το πράσινο, αζουρίτης για το κυανό. Αντίθετα, οι χρωστικές ουσίες που προέρχονταν από φυτά, κοχύλια, οστά και άλλα μέρη ζώων ανήκαν στις οργανικές. Τέτοιες ήταν το μαύρο του άνθρακα που προέκυπτε από την καύση οργανικών ουσιών όπως πεύκων, λευκό από ασβεστιοποιημένα οστά ζώων και ερυθρά από το ερυθρόδανο που παραγόταν από τη ρίζα του φυτού ριζάρι με πιο διαδεδομένο όμως το ιώδες που παραγόταν από την κογχυλιακή πορφύρα και αποτελούσε ίσως την πιο γνωστή και ακριβή χρωστική της αρχαιότητας. Υπήρχαν, ωστόσο, και χρωστικές που ήταν τεχνητές προκειμένου να επιτύχουν μια σπανιότερη χρωματική ποιότητα. Μάλιστα οι ουσίες αυτές ήταν εύκολα διαθέσιμες και φθηνότερες. Μία από αυτές ήταν το αιγυπτιακό κυανό. Οι καλλιτέχνες προμηθεύονταν τις διάφορες χρωστικές ουσίες είτε από την περιοχή τους είτε μέσω του εμπορίου.

Ως προς την ιστορία των τοιχογραφιών, τα πρωιμότερα δείγματα χρονολογούνται στην παλαιολιθική εποχή. Ειδικότερα, οι βραχογραφίες ή ζωγραφική σπηλαίων θεωρούνται οι πρόδρομοι των τοιχογραφιών. Εντοπίζονται στις εσωτερικές παρειές σπηλαίων ή υπαίθρια σε βραχοσκεπές, κυρίως στην Ευρώπη και την Ασία, και η εμφάνισή τους ανάγεται περίπου στο 35.000 π.Χ. Ο καλλιτέχνης αντλεί την έμπνευσή του από τον χώρο γύρω του, απεικονίζει τα ζώα της εποχής όπως μαμούθ, βίσωνες, άλογα, αιγάγρους κ.ά. χρησιμοποιώντας γαιώδη χρώματα, ενώ οι άνθρωποι απεικονίζονται ως απλές μορφές ή με αποτυπώματα των χεριών τους. Τα έργα χαρακτηρίζονται από ρεαλισμό, έντονη παραστατικότητα και δυναμική έκφραση. Επιπλέον, την περίοδο αυτή αναπτύχθηκε για πρώτη φορά ο συνδυασμός ζωγραφικής και χαρακτικής. Οι βραχογραφίες ενδεχομένως να αποτελούσαν απλώς καλλιτεχνικές εκφράσεις των παλαιολιθικών ανθρώπων και να λειτούργησαν ως διακοσμητικά στοιχεία, ωστόσο υπάρχει κι η πεποίθηση πως είχαν μυστικιστικό ή τελετουργικό χαρακτήρα. Απεικόνιζαν δηλαδή όσα τους φόβιζαν και έπρεπε να εξευμενίσουν ή όσα είχαν υπερνικήσει και ήθελαν να θυμούνται. Η άποψη αυτή πιθανόν να βασίστηκε και στο γεγονός ότι οι βραχογραφίες βρίσκονταν συνήθως σε σκοτεινούς θαλάμους εντός των σπηλαίων. Διάσημες σπηλαιογραφίες έχουν βρεθεί στο σπήλαιο Lascaux (Γαλλία), στο σπήλαιο Altamira (Ισπανία) κ.ά.

Στον ελλαδικό χώρο, οι εικονιστικές τοιχογραφίες πρωτοεμφανίστηκαν στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της Νεοανακτορικής περιόδου (περ. 1700 π.Χ.). Την περίοδο αυτή ο αρχιτεκτονικός χώρος αρθρώνεται και αισθητικοποιείται. Η λειτουργία κάθε δωματίου καθοριζόταν πλέον κι από την εικονογραφική παράσταση, την οποία έφερε. Οι τοιχογραφίες φαίνεται πως εκτελέστηκαν με τη μέθοδο της νωπογραφίας και τα θέματά τους ήταν, κατά κανόνα, θρησκευτικού ή λατρευτικού περιεχομένου. Επάνω σε λευκό, ερυθρό ή κυανό βάθος απεικονίζονταν ζώα, άλλοτε εγχώρια και άλλοτε εξωτικά, ανθρώπινες μορφές με τους άνδρες να απεικονίζονται με σκούρο χρώμα ενώ οι γυναίκες με λευκό, σύμβαση που θα συναντήσουμε και στην αγγειογραφία με την οποία οι τοιχογραφίες βρίσκονταν σε συνεχή συνομιλία, πομπές, ιερά αθλήματα, ταυροκαθάψια, στοιχεία του τοπίου, σε συνδυασμό και με παραπληρωματικά διακοσμητικά θέματα. Οι γυναικείες μορφές αναπαριστούσαν ιέρειες ή θεές με τις τελευταίες να αποδίδονται σε μεγαλύτερη κλίμακα από τις υπόλοιπες. Χρησιμοποιήθηκαν ζωντανά χρώματα και περιγράμματα για τις μορφές που σε αρκετές περιπτώσεις έχουν αποδοθεί φυσιοκρατικά και με παραστατικότητα. Τις τοιχογραφίες πλαισίωναν πολύχρωμες ζώνες παραπληρωματικών θεμάτων. Επιπλέον, αισθητή είναι η ομοιότητα με αντίστοιχα αιγυπτιακά και συριακά παραδείγματα από τα οποία θα πρέπει να άντλησαν την έμπνευσή τους οι Μινωίτες, προκειμένου να διακοσμήσουν τις πολυώροφες δομές τους.

Η μινωική τεχνοτροπία και το θεματολόγιό της φαίνεται πως επηρέασαν κι άλλες περιοχές εκτός Κρήτης, με σημαντικότερο παράδειγμα το Ακρωτήρι της Θήρας που αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Αιγαίου κατά την προϊστορική εποχή. Κι εδώ, όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, οι τοιχογραφίες διακοσμούσαν πλούσιες πολυώροφες οικίες και μεγαλοπρεπή δημόσια κτίρια και κυρίως δωμάτια που χρησιμοποιήθηκαν για λατρευτικούς σκοπούς. Στις ιδιωτικές οικίες τοιχογραφίες εντοπίζονται στους άνω ορόφους ενώ στα δημόσια κτίρια βρίσκονται και στους κάτω. Γυναικείες μορφές με εντυπωσιακά ενδύματα και κοσμήματα αναπαριστούν και πάλι ιέρειες και θεότητες, συλλέγουν κρόκους, συνοδεύονται από τοιχογραφίες με αιλουροειδή, πιθήκους και φυτικό διάκοσμο ενώ δεν λείπουν και οι πομπές προς τιμήν θεών. Μία από της σημαντικότερες τοιχογραφίες της Θήρας είναι εκείνη της νηοπομπής που βρέθηκε σε ιδιωτική οικία και απεικονίζει κάποιο υπερπόντιο ιστορικό ή μυθικό ταξίδι. Ο αφηγηματικός της χαρακτήρας φαίνεται ότι υποδηλώνει ένα φιλολογικό, ιστορικό ή μυθικό υπόβαθρο που παρείχε το εικονογραφικό ερέθισμα για την απεικόνιση που πιθανόν σχετίζεται με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και την προσωπική ή οικογενειακή του ιστορία.

Μετά την κατάρρευση του μινωικού πολιτισμού τη σκυτάλη πήραν οι Μυκηναίοι. Ιδιαίτερα από το 1425 π.Χ. περίπου οι τοιχογραφίες καθίστανται πολύ πιο διαδεδομένες για τη διακόσμηση των μυκηναϊκών ανακτόρων και έχουν σαν πρότυπο τις μινωικές. Οι γυναικείες μορφές εξελίσσονται σε κυρίαρχο θέμα και αναπαριστούν ιέρειες, προσκυνήτριες ή θεότητες ενώ φαίνονται συχνά να φέρουν δέσμες από στάχυα, κλωνάρια λουλουδιών καθώς και πήλινα ή λίθινα αγγεία πιθανότατα ως προσφορά-δώρα ή τελετουργικά αντικείμενα. Υπήρχαν επίσης σκηνές κυνηγιού, αρμάτων, ναυτικών θεμάτων και θαλάσσιων ζώων όπως ο Αργοναύτης ή Ναυτίλος που ανήκει σε μια ομάδα πελαγικών κεφαλόποδων, κ.ά. Πρόσφατες μελέτες επιβεβαίωσαν ότι για τη δημιουργία τους εφαρμόστηκε η τεχνική της ξηρογραφίας και η αυγοτέμπερα κι όχι εκείνη της νωπογραφίας, όπως είχε υποστηριχθεί παλαιότερα.

Οι τοιχογραφίες που διακοσμούσαν τα ανάκτορα, τις οικίες και τα ιερά της Εποχής του Χαλκού (περ. 3000 π.Χ.-1200 π.Χ.) είχαν πια καταστραφεί και ξεχαστεί για πολλούς αιώνες έως ότου οι Έλληνες ανακαλύψουν και πάλι την τέχνη της ζωγραφικής. Ωστόσο, παρά την πληθώρα ευρημάτων που χαρακτηρίζει την αγγειογραφία, ελάχιστα παραδείγματα τοιχογραφιών έχουν διασωθεί και ανάγονται στην αρχαϊκή εποχή (περ. 700 π.Χ.-480 π.Χ.) κι έπειτα. Ένα σπάνιο παράδειγμα τοιχογραφίας του 7ου αι. π.Χ., που σώζεται εξαιρετικά αποσπασματικά, μας δίνει ορισμένες πληροφορίες για το πώς θα πρέπει να ήταν οι τοιχογραφίες εκείνης της περιόδου. Πιο συγκεκριμένα, η τοιχογραφία αυτή εντοπίστηκε στο Καλαπόδι Φθιώτιδας, στον ναό του Απόλλωνα των Αβών και έπειτα από συντήρηση που έγινε στο έργο φανερώθηκε ότι απεικονίζονται δύο φάλαγγες οπλιτών σε μάχη. Μάλιστα, οι μορφές επικάλυπταν η μία την άλλη ώστε να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση του βάθους αν και φαίνεται να πατούν επάνω σε ενιαία γραμμή εδάφους που σχηματίζεται από πλοχμό. Για τη δημιουργία της εφαρμόστηκε η μέθοδος της ξηρογραφίας. Παρόμοια απεικόνιση παρατηρήθηκε στην όλπη Chigi της ίδιας περιόδου και για ακόμη μία φορά επιβεβαιώνεται η στενή σχέση μεταξύ αγγειογραφίας και τοιχογραφίας. Και στην όλπη Chigi υπάρχει απεικόνιση μάχης στο ύψος του ώμου που θα πρέπει να ήταν πανομοιότυπη με εκείνη της τοιχογραφίας καθώς κι εδώ έχουμε συνωστισμένες και επικαλυπτόμενες μορφές οπλιτών. Με βάση λοιπόν αυτά τα δύο παραδείγματα, μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αρχαϊκοί ναοί, και ίσως και άλλα κτίρια, να έφεραν περίτεχνες τοιχογραφίες με αντίστοιχα με τα παραπάνω θέματα αλλά και θέματα που εμφανίζονταν και σε άλλα σύγχρονα έργα διακοσμητικής τέχνης: σκηνές κυνηγιού, μάχης και μυθολογικών αναπαραστάσεων.

Στους αιώνες που ακολούθησαν, τα έργα τέχνης φιλοτεχνήθηκαν κυρίως σε πήλινες μετόπες ή ξύλινους πίνακες. Συνεπώς, λόγω των ανεπαρκών σωζόμενων αρχαιολογικών καταλοίπων δεν είμαστε ακόμη σε θέση να διευκρινίσουμε αν εκείνη την εποχή ήταν διαδεδομένες οι τοιχογραφίες ή αν προτιμήθηκαν οι πίνακες, οι οποίοι, σε αντίθεση με τις τοιχογραφίες που αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του κτιρίου, μπορούσαν να μεταφερθούν σε περίπτωση ανακαίνισης του κτιρίου και να επανατοποθετηθούν ύστερα. Η αρχαία γραμματεία, παρόλο που προσφέρει πληθώρα πληροφοριών για τα έργα της εποχής, δεν διευκρινίζει πάντοτε εάν πρόκειται για πίνακες ή τοιχογραφίες. Για παράδειγμα γνωρίζουμε από περιγραφές του Παυσανία, περιηγητή του 2ου αι. μ.Χ., πως έργα του ζωγράφου Πολυγνώτου (μέσα 5ου αι. π.Χ.) ήταν εκτεθειμένα στην Πινακοθήκη, μια αίθουσα με πίνακες ή τοιχογραφίες που στεγαζόταν στην βόρεια πτέρυγα tων Προπυλαίων της Ακρόπολης των Αθηνών. Βέβαια, έχοντας ως βάση την αγγειογραφία και τις αναφορές διαφόρων μελετητών της εποχής, είμαστε σε θέση να μπορούμε να ανασυνθέσουμε τη μορφή που θα είχαν ενδεχομένως οι τοιχογραφίες. Πολυπρόσωπες και πολυεπίπεδες, πλέον, συνθέσεις με αναφορές στο ηρωικό παρελθόν και στα ομηρικά έπη, πολύχρωμες και με έμφαση σε ανατομικές και άλλες λεπτομέρειες με τη βοήθεια της χάραξης, μορφές εκφραστικές και όσο το δυνατόν φυσιοκρατικές. Ιδιαίτερα από τον 5ο αι. π.Χ. και μετά η αληθοφάνεια αναφέρεται ως ο ύψιστος στόχος της ζωγραφικής και για αυτό τον λόγο θα επινοηθεί και η σκιαγραφία, οι τονικές διαβαθμίσεις, προκειμένου να αποδοθεί ο όγκος, οι λάμψεις καθώς και διάφορες άλλες τεχνικές.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (περ. 336 π.Χ.-30 π.Χ.) εντυπωσιακές τοιχογραφίες διακοσμούν ταφικά μνημεία, με τα πιο γνωστά παραδείγματα να εντοπίζονται στους μακεδονικούς τάφους. Στις τοιχογραφίες αυτές εφαρμόστηκαν όλες οι έως τότε γνωστές καινοτομίες στη ζωγραφική με στόχο την αληθοφάνεια και την τρισδιάστατη απόδοση του χώρου. Φωτοσκιάσεις, γυαλάδες, λάμψεις, έντονα και ζωηρά χρώματα, πολλά από τα οποία ήταν σπάνια και υψηλού κόστους, και επιχρυσωμένες επιφάνειες αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τις αναπαραστάσεις με σκηνές βασιλικού κυνηγιού, μαχών, μυθικών συμβάντων κ.ά., ενώ οι μορφές απεικονίζονται στον χώρο σε περίπλοκες στάσεις και το βασικότερο μοιάζουν αληθοφανείς. Σε ορισμένες μάλιστα παραστάσεις παρατηρείται και προοπτική βράχυνση για τη δήλωση του βάθους, γραμμικό σχέδιο που προσδίδει πλαστικότητα στη σάρκα των ανθρώπων και των ζώων, ενώ το χρώμα φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά για την απόδοση του όγκου των ενδυμάτων, της στάσης των σωμάτων ή της έντονης κίνησης. Σκοπός των τοιχογραφιών αυτών, που συχνά συνοδεύονταν από ζώνες με παραπληρωματικά θέματα, ήταν να αναδείξουν το μεγαλείο τόσο των ιδιοκτητών των τάφων όσο και της μακεδονικής αυλής γενικότερα, καθώς μέσω των πλούσια διακοσμημένων τάφων τους, επιδείκνυαν τον πλούτο τους.

Οι τοιχογραφίες δεν θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν από τις ρωμαϊκές επαύλεις πλούσιων οικογενειών της Ιταλίας. Μάλιστα, προς το τέλος της ελληνιστικής εποχής και κυρίως κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, δηλαδή από τον 1ο αι. π.Χ. κι έπειτα, αναπτύχθηκαν οι τέσσερις ρυθμοί της ελληνορωμαϊκής ζωγραφικής ή αλλιώς οι πομπηιανοί ρυθμοί που διακόσμησαν διαδοχικά τους εσωτερικούς χώρους στις επαύλεις και σε άλλα κτίρια της ύστερης ελληνιστικής περιόδου και των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων. Ο Πρώτος ρυθμός, γνωστός και ως Ρυθμός Τοιχοδομίας (περ. 200 π.Χ.-60 π.Χ.), χρησιμοποιεί κονίαμα με σκοπό να αποδώσει ανάγλυφα στοιχεία που μιμούνται τη λιθοδομή και άλλα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά μνημειακών οικοδομημάτων. Τα μέρη της τοιχοποιίας αποδίδονται με διαφορετικά και έντονα χρώματα ενώ μερικές φορές έφεραν και ζωφόρο με παραστάσεις. Αποτελούσε οικονομικότερη εναλλακτική καθώς η διακόσμηση με τα αντίστοιχα μάρμαρα και πολύχρωμους λίθους ήταν αρκετά ακριβή. Ο Δεύτερος ρυθμός ή αλλιώς Αρχιτεκτονικός (περ. 80 π.Χ.-20 π.Χ.) χαρακτηρίζεται για της σκηνογραφημένες τοιχογραφίες του όπου αποδίδονται εντυπωσιακά και πολύπλοκα αστικά τοπία συχνά χωρίς ανθρώπους ή άλλα έμβια όντα. Θυμίζουν παράθυρα με θέα εφόσον δημιουργούν μια χωρική ψευδαίσθηση μέσω της προοπτικής, των σκιάσεων, των τονικών διαβαθμίσεων και των σύνθετων αλλεπάλληλων επιπέδων με αψίδες, εξώστες, κ.λπ. Επιτυγχάνεται έτσι μια ιλουζιονιστική ψευδαίσθηση της τρίτης διάστασης και το «άνοιγμα» των κλειστών χώρων σε ένα πολυεπίπεδο αρχιτεκτονικό τοπίο. Ο Τρίτος ρυθμός ή Διακοσμητικός ρυθμός (περ. 20 π.Χ.-40 μ.Χ.) αποκτά καθαρά διακοσμητικό και κυρίως εξωπραγματικό χαρακτήρα και δημιουργεί απίστευτα εκλεπτυσμένα, ονειρικά τοπία φαντασίας που σχεδιάζονται με εξαιρετική ακρίβεια και κομψότητα. Καταργείται η ψευδαίσθηση του δομημένου περιβάλλοντος όχι όμως και η ψευδοαρχιτεκτονική θεματική. Η σκίαση χρησιμοποιείται πλέον σε ελάχιστο βαθμό καθώς η συνολική παραγόμενη εντύπωση βασίζεται στην έντονη αντιπαράθεση μεταξύ αντίθετων και αδιαβάθμητων χρωμάτων. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία έχουν φυτική μορφή ή θυμίζουν λεπτεπίλεπτα κατασκευάσματα όπως κηροπήγια. Τέλος, ο Τέταρτος ρυθμός (περ. 40 μ.Χ.-80 μ.Χ.) συνδυάζει χαρακτηριστικά του Δεύτερου και του Τρίτου ρυθμού όπως την προσπάθεια προσομοίωσης της τρίτης διάστασης και το σχήμα των ανοιχτών τοίχων με μη ρεαλιστικά, φανταστικά αρχιτεκτονικά σχήματα. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό όμως αυτού του ρυθμού είναι ότι χρησιμοποιεί ένθετους εικονιστικούς πίνακες αφηγηματικού χαρακτήρα και με εξωτικά τοπία βουκολικού κυρίως χαρακτήρα, τους οποίους τοποθετεί είτε δίπλα δίπλα είτε τον έναν πάνω από τον άλλον στους διακοσμημένους τοίχους, θυμίζοντας έτσι μια πινακοθήκη.

Η τέχνη της ζωγραφικής με τη μορφή των τοιχογραφιών συνεχίστηκε και αργότερα στη βυζαντινή περίοδο, μέσω των αγιογραφιών και γενικότερα των απεικονίσεων σημαντικών προσώπων. Σταθμό στην ιστορία της τοιχογραφίας αποτέλεσε αδιαμφισβήτητα και η περίοδος της Αναγέννησης, με την παραγωγή εξαιρετικών έργων από καλλιτέχνες όπως ο Michelangelo, Raphael και Leonardo da Vinci. Σήμερα, έχει δημιουργηθεί και μια νέα μορφή τοιχογραφιών σε δημόσιους χώρους που ονομάζονται graffiti.
Συνοψίζοντας, ο άνθρωπος από την απαρχή της ύπαρξής του παρήγαγε σημαντικά έργα ζωγραφικής, άρχισε να αισθητικοποιεί τον χώρο γύρω του και να χρησιμοποιεί την τέχνη ως μέσο έκφρασης του εσωτερικού του κόσμου, αλλά και ως μέσο αυτοπροβολής. Από τις σχηματικά και συμβολικά αποδοσμένες μορφές πέρασε στην αληθοφάνεια και την απόλυτη φυσιοκρατία. Η φύση, η φαντασία, η ιστορία και οι θρύλοι αποτέλεσαν για πολλούς αιώνες αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες.

Εργασία της Αφροδίτης Δαμάσκου, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών

Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη

ΠΗΓΕΣ

Πλάντζος, Δ. 2016. Ελληνική τέχνη και αρχαιολογία 1200-30 π.Χ. 2η έκδοση. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΠΟΝ.

Πλάντζος, Δ. 2018. Η τέχνη της ζωγραφικής στον αρχαιοελληνικό κόσμο. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΠΟΝ.

Hood, S. 2017. Η τέχνη στην προϊστορική Ελλάδα. Αθήνα: ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ.

https://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/58-9.pdf

http://www.fhw.gr/chronos/01/gr/intro/pl_art.html

https://www.archaiologia.gr/blog/issue/%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CF%85%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/