Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2022

Αθηναϊκές Τριήρεις - Συντήρηση και Φύλαξη

Αθηναϊκές Τριήρεις - Συντήρηση και Φύλαξη

Η τριήρης είναι ένα πολεμικό πλοίο με 3 σειρές κωπηλατών που εξελίχθηκε κατά την κλασική περίοδο και αποτέλεσε το σημαντικότερο όπλο των Αθηναίων. Ήταν ένα σκάφος γρήγορο, ελαφρύ (ζύγιζε περίπου 40 τόνους) και ευέλικτο, κατασκευασμένο συνήθως από έλατο ή πεύκο. Οι κωπηλάτες ήταν ελεύθεροι πολίτες, ειδικά εκπαιδευμένοι και διακρίνονταν σε θρανίτες, ζυγίτες και θαλαμίτες. Στην πλώρη υπήρχε έμβολο, το οποίο ήταν ικανό να προκαλέσει την καταστροφή και βύθιση του αντίπαλου πλοίου, χωρίς τον κίνδυνο βύθισης του επιτιθέμενου. Δεν ήταν όλες οι τριήρεις πολεμικές, υπήρχαν 6 ιερές τριήρεις που συμμετείχαν σε ιερές ή δημόσιες αποστολές, η Πάραλος, η Σαλαμινία, η Αμμωνιάς, η Αντιγονίς, η Δημητριάς και η Πτολεμαΐς. Οι τριήρεις είχαν μεγάλο κόστος συντήρησης και σχετικά μικρό χρόνο ζωής (18-20 έτη).

Τα κουπιά ήταν τοποθετημένα στην τριήρη σε κλιμακωτή διάταξη και ήταν κατασκευασμένα συνήθως από έλατο. Φρόντιζαν να τα λειαίνουν έτσι ώστε το ξύλο να μην πληγώνει τα χέρια των κωπηλατών. Πάντα μέσα στην τριήρη υπήρχαν 30 έξτρα κουπιά (συνολικά 200) σε περίπτωση που χρειαζόταν να αντικαταστήσουν κάποιο.
Η καρίνα ήταν συνήθως κατασκευασμένη από ξύλο βελανιδιάς για να αντέχει στη νεώλκηση. Τα υπόλοιπα μέλη του πλοίου ήταν κατασκευασμένα συνηθέστερα από έλατο, πεύκο ή κυπαρίσσι. Το έλατο είναι ένα ιδιαίτερα ελαφρύ ξύλο ενώ το πεύκο παρουσιάζει μεγάλη ανθεκτικότητα στη σήψη. Ήταν απαραίτητο η τριήρης να ελλιμενιστεί 5-6 ώρες πριν από τον απόπλου κάθε ταξιδιού, ώστε να βραχούν τα ξύλα, να σφραγιστούν οι αρμοί μέσω της σύσφιξης και να στεγανοποιηθεί το πλοίο. Για τον καθαρισμό και την αφαίρεση των πεταλίδων από το κύτος χρησιμοποιούσαν λάδια και πίσσα. Η διαδικασία κατά την οποία γεμίζονταν οι αρμοί του πλοίου με στουπί και σφραγίζονταν με πίσσα ονομάζεται διάναξη ή αλλιώς καλαφάτισμα . Πρόκειται για μια διαδικασία επίπονη και ακριβή, καθώς η πίσσα συνήθως ήταν εισαγόμενο υλικό. Ορισμένοι τύποι ξυλείας απορροφούν πιο εύκολα το νερό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το βάρος του σκάφους με την πάροδο του χρόνου.

 

emvolo theseis


Ένα πολύ δημοφιλές θέμα διακόσμησης που συναντάται πολύ συχνά στις Αθηναϊκές τριήρεις είναι αυτό του οφθαλμού, στις δύο πλευρές της πλώρης. Ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, σε διάφορους πολιτισμούς παρατηρείται αυτή η συνήθεια, που φαίνεται ότι σχετιζόταν με το θέμα του βάσκανου οφθαλμού, λειτουργούσε ως αποτροπαϊκό στοιχείο και αποσκοπούσε στην προστασία του πλοίου και του πληρώματος. Η πίστη στη βασκανία φαίνεται πως ανάγεται στην αρχαία Αίγυπτο και το αρχαιότερο παράδειγμα απεικόνισης οφθαλμού σε πλοίο εντοπίζεται σε ένα ανάγλυφο ταφικού μνημείου στην Αίγυπτο. Στον αιγυπτιακό πολιτισμό χρησιμοποιείται ως σύμβολο το «Μάτι του Ώρου», ενώ στα ελληνικά πλοία, αρχικά ο οφθαλμός συμβολίζεται με τη μορφή οκτάκτινων ή δεκαεξάκτινων άστρων, εγκλεισμένων σε κύκλο και αργότερα αποκτά σχήμα πιο ρεαλιστικό, δίνοντας έτσι έναν ζωόμορφο χαρακτήρα στο πλοίο. Κοντά στους οφθαλμούς γραφόταν και το όνομα του πλοίου που ήταν πάντα γένους θηλυκού. Χρησιμοποιούνταν η τεχνική της εγκαυστικής, δηλαδή η χρήση θερμασμένου χρωματιστού κεριού, που απλωνόταν πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του πλοίου με τη βοήθεια ενός ειδικού εργαλείου που ονομαζόταν κέστρο. Το θερμασμένο κερί διείσδυε στους πόρους του ξύλου και προσέδιδε αντοχή και ανθεκτικότητα στη διακόσμηση, χωρίς να απαιτείται συχνή ή ιδιαίτερη συντήρηση. Εκτός από τον αποτροπαϊκό χαρακτήρα, οι οφθαλμοί στην πλώρη συμβόλιζαν τον έλεγχο και την ικανότητα του πλοίου να βρίσκει τον δρόμο του. Στα σύγχρονα πλοία, η μεταλλική οπή στην πλώρη, μέσα από την οποία περνάει η άγκυρα ή οι κάβοι, ονομάζεται occhio, που στα ιταλικά σημαίνει μάτι.
Το έμβολο ήταν κατασκευασμένο συνήθως από ορείχαλκο ή μπρούτζο με την τεχνική του χαμένου κεριού ή από ξύλο επενδεδυμένο με χαλκό. Σύμφωνα με την τεχνική του χαμένου κεριού, οι τεχνίτες πλάθουν τη μορφή του εμβόλου με κερί, στη συνέχεια, αφού αυτό κρυώσει, χύνεται γύρω του ο άργιλος. Όταν στερεοποιηθεί και ο άργιλος, τότε το καλούπι θερμαίνεται, λιώνει το κερί και στο κενό που έχει δημιουργηθεί χύνεται ο ζεστός ορείχαλκος. Ο άργιλος αφαιρείται και απομένει ο στερεός πλέον ορείχαλκος, με τη μορφή εμβόλου. Πρόκειται για ένα υλικό με σκληρότητα και αντιδιαβρωτική ικανότητα. Το δε βάρος του εμβόλου στις τριήρεις έφτανε τα 80 κιλά περίπου. Συχνά είχε μορφή που θυμίζει τρίαινα με πτερύγια, έτσι ώστε μετά τον εμβολισμό του εχθρικού πλοίου να μπορεί να αποκολληθεί γρήγορα. Όταν καταναυμαχείται ένας στόλος από τριήρεις, τα ξύλα δεν βουλιάζουν, αλλά μένουν και επιπλέουν στην επιφάνεια. Τα ξύλα των κατεστραμμένων τριήρεων τα μάζευαν και τα αξιοποιούσαν με διάφορους τρόπους. Για τον λόγο αυτό είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ναυάγιο τριήρους. Τα μόνα στοιχεία που απέμεναν από τις τριήρεις ήταν τα έμβολα, που συνήθως τα έπαιρναν ως λάφυρα οι νικητές, αλλιώς κατέληγαν βυθισμένα στον πάτο της θάλασσας.
Το ιστίο ήταν κατασκευασμένο από λινό ύφασμα, γι’ αυτό και δεν σώζεται κάποιο κατάλοιπο. Στα αρχαία κείμενα το συναντάμε ως: ἱστίον, λίνον, λαῖφος, φᾶρος, ὀθόνη, σπεῖρον. Όταν το ιστίο της τριήρους φθειρόταν και καθίστατο άχρηστο για την πλοήγηση του πλοίου δεν το πετούσαν, αλλά το επαναχρησιμοποιούσαν με άλλο τρόπο (π.χ. ως κλινοσκεπάσματα). Περί τον 5ο-4ο αι. π.Χ. η Αθήνα αντιμετώπιζε ελλείψεις στους ναυτικούς εξοπλισμούς, συνεπώς η «ανακύκλωση» και επαναχρησιμοποίηση ιστίων ήταν απαραίτητη. Αν δεν γινόταν σωστή αποθήκευση των ιστίων κατά τις περιόδους που η τριήρης δεν χρησιμοποιούνταν, τότε ήταν πολύ πιθανή η φθορά τους λόγω υγρασίας. Οι μύκητες επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στις ιδιότητες των ινών του υφάσματος, με αποτέλεσμα την σήψη. Συχνό ήταν επίσης το φαινόμενο της κλοπής των ιστίων.

 

neosoikoi


Οι νεώσοικοι (<νεῶν-οἶκοι) ήταν στεγασμένες αρχιτεκτονικές κατασκευές στις ακτές λιμανιών για τη φύλαξη των πλοίων κατά τη συντήρηση ή κατά τους μήνες που δεν χρησιμοποιούνταν. Ήταν χτισμένοι σε βραχώδες έδαφος και αποτελούνταν από κιονοστοιχίες που στήριζαν δίρριχτη στέγη, διέθεταν δε ειδική ράμπα για την ανέλκυση/καθέλκυση των πλοίων και χώρους για την οργάνωση και αποθήκευση της εξάρτυσής τους. Η ράμπα ήταν συνήθως επενδεδυμένη με ξύλινα δοκάρια με σκοπό τη μείωση της συνολικής κινητικής τριβής και είχε κλίση για να διευκολύνει την ανέλκυση/καθέλκυση των πλοίων. Έχει υπολογιστεί ότι χρειάζονταν περίπου 140 άνδρες για να ανελκύσουν μία τριήρη και 120 για να την καθελκύσουν. Το πλήρωμα έσερνε την τριήρη πάνω στις ράμπες, που συχνά αλείφονταν με λίπος. Τα μεγάλα ναυπηγεία διέθεταν μηχανήματα ανέλκυσης (βαρούλκα). Ένας νεώσοικος μπορούσε, συνήθως, να φιλοξενήσει ένα ή δύο πλοία και κάθε πλοίο είχε προκαθορισμένο νεώσοικο. Οι νεώσοικοι που προορίζονταν για τη φιλοξενία 2 τριήρεων είχαν μήκος που ξεπερνούσε τα 80 μ. και ονομάζονταν «ομοτεγείς». Στον Πειραιά υπήρχαν συνολικά 372 νεώσοικοι. Στον λιμένα του Κανθάρου, που ήταν ο κεντρικός εμπορικός λιμένας έχουν εντοπιστεί 94 νεώσοικοι, στον πολεμικό λιμένα της Μουνιχίας έχουν εντοπιστεί 82 και τέλος στον λιμένα της Ζέας, που αποτελούσε τον μεγαλύτερο πολεμικό λιμένα της πόλης έχουν εντοπιστεί 196 νεώσοικοι. Οι νεώσοικοι στον λιμένα της Ζέας, που πήρε το όνομά του από το ομώνυμο δημητριακό, λειτούργησαν για πρώτη φορά περί το 490-483 π.Χ., ανακατασκευάστηκαν το 394 π.Χ. και επανοικοδομήθηκαν περί το 347-393 π.Χ. επί Ευβούλου και Λυκούργου. Ο νεώσοικος «Η» που εντοπίστηκε στην οδό Σηραγγίου παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το μέγεθος των τριήρεων. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, το μήκος των τριήρεων κυμαινόταν μεταξύ 42,7 - 44,7 μ. και όχι 37 μ. όπως πιστευόταν παλιότερα.


Εργασία της Γεωργιάννας Ζώγκου, στο πλαίσιο της πρακτικής της άσκησης στο Μουσείο των Ηρακλειδών
Επιμέλεια κειμένου: Αφροδίτη Παγούνη